Ιορδάνης ποταμός

 

Τὸ ὄνομα  Ἰορδάνης  εἶναι ἐβραϊκὸν καὶ  παράγεται  από τὸ «ἰάρδεν», τὸ  ὁποῖον  σημαίνει κατεβαίνω, καταπίπτω, καὶ αὐτὸ βεβαίως διότι τὸ ρεῦμα  τοῦ ποταμοῦ αὐτοῦ εἶναι ὁρμητικώτατον. Οἱ Ἄραβες καλοῦν  αὐτὸν  Ἐσσερία ἢ   Σερία τοῦ ἒλ Κιπὴρ  ἀλλὰ  καὶ τὸ ὄνομα  Ἒλ Οὔρδ΄ ὄν, Ἰορδάνης δὲν  εἶναι ἄγνωστον. Τρία ποτάμια συνενούμενα ἀποτελοῦν τὸν ἰστορικώτατον  αὐτὸν ποταμόν. Τὰ τρία αὐτὰ ποτάμια  σχηματίζουν τὴν λίμνην  Γεννησαρὲτ ἢ  Τιβεριάδα  Θάλασσα. Ἐνταῦθα ἐξερχόμενος ὁ Ἰορδάνης σχηματίζει πολλὰ  ρυάκια καὶ ποταμοὺς, οἱ ὁποῖοι  εἰσβάλλουν εἰς τὴν Νεκρὰν Θάλασσαν. Ἡ  κοιλάς, τὴν ὁποίαν διατρέχει ὁ Ἰορδάνης  ἀπὸ τὴν λίμνην Τιβεριάδα  μέχρι  τὴν Νεκρὰν Θάλασσαν,  καλεῖται κοιλὰς τοῦ Ἰορδάνου.   Ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι ὁ περιλάλητος ποταμὸς τῆς Παλαιστίνης,  καὶ ὁ    πιὸ φημισμένος  τῆς Ἁγίας Γῆς. Ἀρχίζει  ἀπὸ τοὺς πρόποδας τοῦ βουνοῦ  Ἐρμῶν,  κυλάει εἰς τὸ μέσον τοῦ  Ἀσιατικό-Ἀφρικανικοῦ γεωφυσικοῦ  ρήγματος καὶ φθάνει εἰς τὴν λίμνην τῆς Τιβεριάδος. Συνεχίζων τὸν ροῦν  του μὲ πολλοὺς ἑλιγμοὺς  ἀπολήγει εἰς τὴν Νεκρὰν Θάλασσαν. Τὸ μῆκος τοῦ  ποταμοῦ εἰς εὐθεῖαν γραμμὴν ἀπὸ τὰς πηγὰς     του   μέχρι τῶν ἐκβολῶν του εἰς τὴν Νεκρὰν Θάλασσαν  εἶναι 220 χλμ. Ὁ ποταμὸς  ἐκτὸς  ἀπὸ τὸν πρωτεύοντα ρόλον, τὸν ὁποῖον ἔπαιξε καὶ συνεχίζει νὰ  παίζῃ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς Παλαιστίνης  συνεδέθη μὲ πολλὰ  θρησκευτικὰ καὶ ἱστορικὰ  γεγονότα.          

Εἰς τὰς ὄχθας τοῦ Ἰορδάνου  ἐχωρίσθησαν  αἱ δώδεκα φυλαὶ τοῦ   Ἰσραὴλ  πρὶν μποῦν διὰ νὰ καταλάβουν τὴν Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας.  Κοντὰ εἰς  τὸν  Ἰορδάνην  ἵδρυσαν οἱ Ἐσσαῖοι  τὸ κοινόβιόν τους κάπου 200 χρόνια   πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐνταῦθα εἰς τὴν ἀνατολικὴν ὄχθην  του ἦλθε ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος  νὰ κηρύξῃ εἰς τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραὴλ τὸ  βάπτισμα καὶ τὴν μετάνοιαν.           

Εἰς τὰ νερά του  ἐβαπτίσθη ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς  καὶ ἀπὸ τότε ἔγινε  τὸ ἱερώτερον προσκύνημα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Κατὰ τὸν 3ον αἰῶνα ὁ τόπος  τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ  εἶχε καθιερωθεῖ τὸ νότιον ἄκρον τοῦ ποταμοῦ  Ἰορδάνου ἔναντι τῆς Ἱεριχοῦς.  Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας  καὶ εἰδικῶς ὁ  Ὠριγένης, ὁ Εὐσέβιος, ὅπως ἐπίσης καὶ ὁ χάρτης τῆς Μαδηβᾶς, τοποθετοῦν  τὸν τόπον τῆς βαπτίσεως κοντὰ εἰς τὴν Βηθαβαρά, ἡ ὁποία  σημαίνει  πέρασμα.           

Ἡ κατάστασις αὐτὴ ἔχει συμβολικὸν νόημα. Ὅπως ἡ διάβασις εἶχε  σκοπὸν τὴν κατάκτησιν τῆς Γῆς τῆς Ἐπαγγελίας, ἔτσι καὶ τὸ χριστιανικὸν  βάπτισμα ἀποσκοπεῖ καὶ προαναγγέλει τὴν κατάκτησιν τῆς  Βασιλείας τῶν  οὐρανῶν. Ὁ τόπος τῆς βαπτίσεως ταυτίζεται  καὶ μὲ τὸ μέρος, ἀπὸ τὸ  ὁποῖον ὁ προφήτης Ἠλίας ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανόν. Οἱ προσκυνηταὶ μποροῦν  νὰ δοῦν ἀκόμα καὶ τὸ «Σπήλαιον τοῦ  προφήτου  Ἠλία».              

Τὸ βάπτισμα τῶν προσκυνητῶν εἰς τὸν Ἰορδάνην  καθιερώθη ἀπὸ  τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς  χρόνους, τὸ δὲ ὕδωρ του, τὸ ἁγίασμα,  μεταφέρεται εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου. Οἱ προσκυνηταί, οἱ  ὁποῖοι  βαπτίζονται εἰς τὸν «διαβατὸν πόρον» λέγονται «χατζῆδες».

 

Εκ της Επισήμου ιστοσελίδος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων