Κάθισμα της Παναγίας

Μίαν ἀξιόπιστον ἀπόδειξιν, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐχαρακτηρίσθη ὡς Κάθισμα Παλαιόν, λαμβάνομεν ἀπὸ τὸ σύγγραμμα τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου, τὸ ὁποῖον συνετάχθη περὶ τὸ 530  μ.Χ. Αὐτὸ ἀναφέρει: «Τρία μίλια ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Ἱεροσολύμων εἶναι ὁ  τόπος ὅπου ἡ Κυρία μας Μαρία, ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου, κατὰ τὸ ταξίδι της  εἰς τὴν Βηθλεέμ, κατέβη ἀπὸ τὸν ὄνον, ἐκάθισε εἰς τὸν λίθον ἑνὸς βράχου  καὶ τὸν ηὐλόγησε». Τὴν παράδοσιν αὐτήν, ἡ ὁποία προφανῶς ἀνάγεται εἰς  τοὺς πολὺ   πρωΐμους χριστιανικοὺς χρόνους, διηγεῖται συγχρόνως ὁ Θεοδόσιος. Ἦλθε ἀπὸ τὴν  πατρίδα του, Μογαρισσὸν τῆς Καππαδοκίας, εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, εἰς τοὺς χρόνους τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος, καὶ ἔμεινε ἀρχικῶς πλησίον τοῦ ἡλικιωμένου μοναχοῦ Λογγίνου, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ κελλίον του  εἰς κοντινὰ περίχωρα τοῦ Πύργου τοῦ Δαυΐδ. Ὁ προκαθήμενoς τοῦ αὐτοκράτορος Οὐρβίκιος, ὁ ὁποῖος εἶχε  παραμείνει εἰς τὴν αὐτοκρατορικὴν ὑπηρεσίαν τῆς αὐλῆς ἐπὶ ἑπτὰ  αὐτοκρατόρων ἔβαλε νὰ περικόψουν ἀπὸ τὴν θέσιν της τὸν λίθον ἐκεῖνον   καὶ  νὰ τὸν λαξεύσουν, δίδων αὐτοῦ μορφὴν ὁμοίαν μὲ Ἁγίαν Τράπεζαν, μὲ  σκοπὸν νὰ τὸν μεταφέρουν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ὅμως κατὰ τὴν  μεταφοράν, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἁγίου Στεφάνου εἰς τὰ  Ἱεροσόλυμα, ὁ λίθος, ὁ ὁποῖος μετεφέρετο εἰς ἅμαξαν, κατέστη ἀδύνατον νὰ  μεταφερθῇ παραπέρα καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν τὸν μετέφεραν ὀπίσω εἰς τὸν  Τάφον τοῦ Κυρίου καὶ τὸν ἐτοποθέτησαν ἐκεῖ ὡς λίθον Ἁγίας Τραπέζης. Διὰ  τὸν Οὐρβίρκιον προστίθεται ὅτι ἀπέθανε καὶ ἐτάφη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ ὅτι ὁ Τάφος δὲν τὸν ἐκράτησε ἀλλὰ τὸν πέταξε ἔξω τρεῖς φοράς. Δὲν ἐπιδέχεται ἀμφιβολίαν τὸ ὅτι ὁ λίθος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν  παράδοσιν ἐχρησίμευε ὡς κάθισμα ἀναπαύσεως τῆς μητρὸς τοῦ Κυρίου κατὰ  τὸ ταξίδιόν της εἰς τὴν Βηθλεέμ, ταυτίζεται μὲ τὴν τοποθεσίαν καὶ κατὰ  τὸ μέσον τοῦ 5 ου αἰῶνος ἦτο γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα Κάθισμα Παλαιόν. Εἰς τὰ περίχωρα αὐτῆς  ἀνῳκοδομήθη περὶ τὸ 451 μ.Χ. ἀπὸ τὴν ἡλικιωμένην εὐλαβῆ καὶ πλουσίαν κυρίαν Ἰκελίαν τῶν Ἱεροσολύμων, Ἐκκλησία πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου. Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὸν χρόνον τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ λίθου ὑπὸ τοῦ Οὐρβιρκίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβάλλουμε ἀκριβεῖς ἰσχυρισμούς. Λαμβάνοντες ὑπόψιν τὰ δεδομένα, μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ μόνον ὅτι  ἡ μεταφορὰ τοῦ λίθου ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ 5 ου  αἰῶνος. Τὸ ὅτι ἡ παλαιὰ παράδοσις διὰ τὸν τόπον διετηρήθη ζωντανή,  μαρτυρεῖ ἡ περαιτέρω πληροφορία ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τὸν ἑπόμενον αἰῶνα, τοῦ Ἀντωνίνου τῆς Πλακεντίας, ὅταν ἐκεῖνος ἀποδίδει τὴν παράδοσιν εἰς τὴν παρακάτω διατύπωσιν, ἡ ὁποία παραλλάσσει ἐλάχιστα ἀπὸ τὴν περιγραφὴν τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου: «Εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ εἰς τὴν Βηθλεέμ, εἶδα νὰ ἔρχεται ὕδωρ ἀπὸ ἕνα βράχον, κατὰ τήν ἐκτίμησίν  μου, δυνάμεως 6 ξεστίων. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὕδωρ ἴδιο ἀντλοῦν ὅλοι, διὰ νὰ σβήσουν τὴν δίψαν τους, «τὸ νερὸ οὔτε ἐλαττοῦται, οὔτε αὐξάνεται». Τὸ ἴδιο πίνεται εὐχαρίστως. Aὐτὸ συμβαίνει, ὅπως λέγουν, διότι ἡ μακαρία Μαρία κατὰ τὴν φυγήν της εἰς τὴν Αἴγυπτον ἐκάθισε εἰς αὐτὸν τὸν τόπον μὲ τὸν ὑιόν της καὶ ξεδίψασε. Ἀπὸ τότε τὸ ὕδωρ αὐτὸ εἶναι πάντοτε τρεχούμενον. Τώρα εἶναι ἐκτισμένη ἐκεῖ μία Ἐκκλησία. Ἀπὸ ἐκεῖ μέχρι τὴν Βηθλεὲμ εἶναι τρία μίλια.» Χωρὶς ἀμφιβολία ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία  ἀναφέρεται εἰς τὴν ὡς ἄνω πληροφορίαν ἀπὸ τὸν Ἀντωνίνον ἦτο ἡ Ἐκκλησία  τοῦ Καθίσματος, ἐκτισμένη 120 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν Ἰκελίαν. Μία ἄλλη  ἐπίσης πηγή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε στοιχεῖα καὶ  ἡ ὁποία  προέρχεται ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 12 ου αἰῶνος, εἶναι ἡ  ἐξιστόρησις τοῦ Ρώσου ἡγουμένου Δανιὴλ περὶ τὰ 1115 μ.Χ., ὅταν ἐκεῖνος  διηγεῖται: «Ἐξερχόμενος τῶν Ἱεροσολύμων, φθάνουμε, ὕστερον ἀπὸ 2  βέρτσια, διασχίζοντες τοὺς ἀγρούς, εἰς τὸν τόπον καταλύματος τοῦ Ἀβραάμ,  ἐκεῖ ὅπου ἐκεῖνος ἄφησε ὸπίσω τὸν ὑπηρέτην του μὲ τὸν ὄνον κ.λ.π. Ἀπὸ  εκεῖ ὅμως εἶναι ἕνα βέρτσι μέχρι τὴν θέσιν, ὅπου ἡ Ἁγία Θεοτόκος εἶδε  λαὸν δύο εἰδῶν, τὸν ἕνα νὰ γελάῃ καὶ τὸν ἄλλον νὰ κλαίῃ κι ἐκεῖ ἐκτίσθη  μία μεγάλη Ἐκκλησία ἐπ' ὀνόματι τῆς Ἁγίας Θεοτόκου. Τώρα ὅμως ὁ τόπος  εἶναι κατεστραμμένος ἀπὸ τοὺς ἀπίστους». Δὲν διστάζουμε νὰ ἀποφανθοῦμε  ὅτι ἡ στέρνα, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς μὲ τὰ ὀνόματα  «Πηγὴ τῶν σοφῶν», «Πηγὴ τῶν Τριῶν Βασιλέων», «Στέρνα, ἡ Πηγὴ τοῦ ἀστέρα»  καὶ εὑρίσκεται εἰς τὸν δρόμον διὰ τὴν Βηθλεέμ, 160 μέτρα βορείως ἀπὸ  τὸν Προφήτην Ἠλίαν, εἶναι ταυτόσημος μὲ τὴν πηγήν, ἡ ὁποία σχετίζεται  ἀπὸ τὸν Ἀντωνίνον μὲ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ  «Καθίσματος». Ὑπὲρ αὐτῆς τῆς  ἀπόψεως φαίνεται νὰ ἔχει ἀποφασιστικὴν σημασίαν ὄχι μόνον ἡ συμφωνία μὲ  τὴν θέσιν τοῦ τόπου (3 μίλια ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα) ἀλλὰ ἀκόμη τὸ ἐν χρήσει  ἀπὸ τοὺς Ἄραβας ὄνομα αὐτῆς τῆς στέρνας, ἤτοι Μπὶρ Καντίσμου, ὀνομασίαν  εἰς τὴν ὁποίαν βλέπουμε νὰ διατηρεῖται τὸ καταγόμενον ἀπὸ τὴν πρώτην  Ἑλληνο-Χριστιανικὴν περίοδον παλαιὸν ὄνομα Κάθισμα.  

Βεβαίως ἡ παράδοσις σχετικῶς μὲ αὐτὴν τὴν τοποθεσίαν, ὡς ἕνα τόπον  ἀναπαύσεως τῆς Θεοτόκου, ἐσυνέχιζε νὰ διατηρεῖται ταυτοχρόνως, μέχρι τοῦ  σημείου, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 14 ου αἰῶνος  ἔδειχναν εἰς μικρὴν ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν στέρναν, ἡ ὁποῖα λέγεται τῶν  Μάγων, ἐξ ἀριστερῶν τοῦ δρόμου, μίαν τερέβινθον, ἡ ὁποία ἵστατο μόνη,  λίγο γερμένη, ὄχι πολὺ ὑψηλή, ἀλλὰ ἀρκετὰ δυνατή, ἡ ὁποία παρέμεινε  τιμωμένη ὑπὸ τὸ ὄνομα «Τερέβινθος τῆς Μαρίας», ἐπειδὴ εἰς τὴν σκιάν της  ἀνεπαύθη ἡ Θεοτόκος, ὅταν τὴν 40 ην ἡμέραν μετὰ τὴν Γέννησιν  τοῦ Κυρίου προσέφερε τὴν θυσίαν εἰς τὸν Ναὸν τῶν Ἱεροσολύμων. Τὸ ἔτος  1645, ἡ Τερέβινθος ἐκάη ἀπὸ ἕναν Ἄραβα, διὰ νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς προσκυνητὰς  νὰ πατοῦν τὸ κτῆμα του. Σήμερον ἡ Πηγὴ τῶν Μάγων εἶναι μία ξερὴ στέρνα  συνήθους ἀρχιτεκτονικῆς, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸν δρόμον μεταξὺ  Ἱερουσαλὴμ καὶ Βηθλεέμ, εἰς ἀπόστασιν 800 βημάτων περίπου ἀπὸ τὸν  Προφήτην Ἠλίαν. Εἷς  πέτρινος σωρός, ἐν τέλει, παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ  ποῦμε ὅτι ἐδῶ ἄλλοτε ἵστατο τεῖχος. Εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον ἐμεῖς θὰ  ἀναγνωρίζαμε ἀναμφιβόλως τὰ τελευταῖα ὑπολείμματα τῆς ἄλλοτε «Ἐκκλησίας  τοῦ Καθίσματος» ἢ «τῆς Θεοτόκου» ἀπὸ τὸ μέσον τοῦ 5 ου αἰῶνος.  Ἡ τοποθεσία καθαυτὴ συνδέεται μὲ μιὰ ἀπὸ τὰς πλέον παλαιὰς χριστιανικὰς παραδόσεις διὰ τὴν ζωὴν τῆς Μαρίας καὶ ὡς ἐκ τούτου εἰς  αὐτὰς ὀφείλεται ἡ σπουδαιότης καὶ τὰ δικαιώματά της.  

Τὸν Ἰούνιον τοῦ 1992  ὅταν κατεσκευάζετο τὸ τμῆμα τοῦ δρόμου πλησίον τοῦ  Μπὶρ – Καντίσμπου  (τριακόσια  μέτρα περίπου βορείως τοῦ μοναστηριοῦ   τοῦ Προφήτου Ἠλία) ἦλθον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν  ἓν ἔγχρωμον  ψηφιδωτόν, καὶ  μία μεγάλη βάσις κολώνας, κατεσκευασμένης ἀπὸ λίθον καὶ δυὸ  θυροπαραστάδας. Αἱ ἐργασίαι διεκόπησαν χάριν εἰς τὴν ἑτοιμότητα τοῦ  ἀρχαιολόγου  Ἰακὼβ Μπίλιγκ  ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ἀρχαιοτήτων, ὁ ὁποῖος τὴν  ἰδὶαν ὥραν  ἐκτελοῦσε ἀνασκαφὴν ἐκεῖ κοντά. Ὕστερον ἀπὸ τέσσαρας μῆνας  περίπου ἤρχισε ἡ ἀνασκαφὴ  διασώσεως  ἐκ μέρους τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας  ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς Ρίνας Ἀβνέρ. Τὰ ὅρια τῆς ἀνασκαφῆς  περιωρίσθησαν ἀπὸ τὴν κατεύθυνσιν τοῦ  προγραμματισμένου δρόμου, ὁ  ὁποῖος  ἐπρόκειτο νὰ συνδέσῃ  τὴν Ἱερουσαλὴμ  μὲ τὴν περιοχὴν τῆς Χεβρῶνος. Σκοπὸς  τῆς ἀνασκαφῆς  ἦτο ἡ  διαφύλαξις τῶν ἀρχαιολογικῶν  ὑπολειμμάτων καὶ ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὴν σπουδαιότητά τους. Δεδομένου ὅτι ὁ  ἀνασκαφικὸς χῶρος περιωρίσθη ἀπὸ τὴν κατεύθυνσιν τοῦ προγραμματισμένου  δρόμου, ἀπεκαλύφθη ἓν μικρὸν μόνο κομμάτι  ἀπὸ τὴν δυτικὴν  περιοχὴν τῆς  ἐκκλησίας. Ἀπεκαλύφθησαν λοιπὸν τοῖχοι καὶ ἔγχρωμα ψηφιδωτά, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸ μοναστήριον ἢ εἰς  τὸν ξενῶνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν προσηρτημένα  εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Τὰ εὑρήματα, τὰ ὁποῖα  εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνασκαφὴν  συμβαδίζουν ἁρμονικῶς μὲ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ  μοναστηριοῦ τοῦ Καθίσματος εἰς τὸ Μπίρ-Καντίσμπου, ὅπως προὔτεινε εἰς  τὸ τέλος τοῦ αἰῶνος, τὸν ὁποῖον ἐπέρασε  ὁ Ehrhard καὶ εἰς τὰ ἴχνη τοῦ ὁ  Βάγια  καὶ οἱ ἄλλοι ἐρευνηταί: (Ehrhard 1891:258,  Vailhe  1899 :  523-524, Koikyaidoy 1906 :18-20).             

Τὸ  «Κάθισμα» εἶναι γνωστὸν ἀπὸ πηγὰς, αἱ πιὸ σπουδαῖαι ἐκ τῶν  ὁποίων εἶναι: Ὁ βίος τοῦ ἁγίου Θεοδοσίου εἰς τὸν Κύριλλον  Σκυθοπολίτην  (Ἔκδ. Schwart 1939:276,20) καὶ ὁ «Βίος τοῦ Θεοδοσίου, ἀπὸ τὸν Θεόδωρον  ἐπίσκοπον Πετρῶν: (Ἔκδ.Usener 1890 :13 ). Τὸ ἔτος 1934 ὁ Schneider προὔτεινε τὴν ταύτισιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Καθίσματος μὲ τὸ Ράματ-  Ραχέλ (Scheider 1934: 230-231). Ἡ ταύτισις αὐτὴ ἔγινε ἀποδεκτή, μετὰ τὴν  ἀνασκαφὴν ἐκκλησίας τῆς  Βασιλικῆς καὶ μοναστηριοῦ εἰς τὸ  Ραμάτ-Ραχὲλ ἀπὸ τὸν Ἀχαρόνι ( Aharoni 1962: 73-92 ). Τὰ ἀποτελέσματα   τῆς ἀνασκαφῆς ὑποστηρίζουν τὴν ταύτισιν τοῦ “Καθίσματος”μὲ τὴν  ὀκταγωνικὴν ἐκκλησίαν, εἰς τὴν αὐλὴν τῆς ὁποίας  ἵσταται  ἡ ἁγία στέρνα τοῦ “Μπίρ-Καντίσμου”(ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς προσκυνητὰς ἐπίσης  “στέρνα τῶν μάγων” καὶ “στέρνα τῶν τριῶν σοφῶν” ἢ τριῶν γερόντων). Τὸ  ἀραβικὸν ὄνομα “Καντίσμου” διαφυλάσσει τὸ ἀρχαῖον-ἑλληνικὸν ὄνομα τῆς   τοποθεσίας “Κάθισμα”: Ὁ βράχος πέριξ τοῦ ὁποίου ἐκτίσθη ἡ ἐκκλησία, αἱ  διαστάσεις τῆς ἐκκλησίας καὶ τὸ ὀκταγωνικόν της σχέδιον συνηγοροῦν διὰ  τὴν ταύτισιν τοῦ καθίσματος μὲ τὸν ἀρχαιολογικὸν χῶρον, ὁ ὁποῖος  ἀνεσκάφθη εἰς τὸ Μπίρ-Καντίσμπου. Ἡ τοπογραφία τοῦ καθίσματος δίδει τὴν δυνατότητα  τῆς πλήρους  ταυτίσεως μὲ τὴν ἐκκλησίαν. Πληροφορούμεθα ἀπὸ τὰς πηγὰς ὅτι ἡ πιὸ ἁγία  ἑορτὴ πρὸς τιμὴν τῆς Μαρίας, ἡ γνωστὴ εἰς ἡμᾶς σήμερον, ἑωρτάζετο εἰς  τὸ “Κάθισμα”. Ὁ Κύριλλος Σκυθοπολίτης διηγεῖται ὅτι ἡ Ἰκελία καθιέρωσε  ὡς ἔθιμον  εἰς τὸ “Κάθισμα” πορεία λαμπαδηφορίας. Εἰς τὸ Ἀρμενικὸν  ὡρολόγιον ἀναφέρεται ἑορτὴ μνήμης ἡ 15η Αὐγούστου εἰς τὸ “Κάθισμα”, τὸ  ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς ἀπόστασιν τριῶν μιλίων ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα (Capelle  1942:8). Εἰς τὸ Γεωργιανὸν Τυπικὸν μετεφέρθη ἡ ἑορτὴ     τήν   13ην Αὐγούστου καὶ δευτέρα ἑορτὴ ἑωρτάζετο εἰς τὸ “Κάθισμα” τὴν 2ην  -3ην Δεκεμβρίου  (Capelle 1942: 20-21). Ὁ Capelle ἔδειξε ἐνδιαφέρον  διὰ τὴν λειτουργικὴν καὶ τὰς πηγὰς αὐτάς, καὶ ἐδοκίμασε νὰ ἐξηγήσῃ τὴν  μετακίνησιν τῆς ἡμερομηνίας τῆς ἑορτῆς τῆς μνήμης, ἡ ὁποία ἑωρτάζετο εἰς  τὸ “Κάθισμα”. Κατὰ τὴν γνώμην του ὁ αὐτοκράτωρ Μαυρίκιος υἱοθέτησε τὴν  ἀρχικὴν ἡμερομηνίαν  τῆς ἑορτῆς τοῦ  “Καθίσματος” καὶ τὴν μετέτρεψε εἰς  ἑορτὴν τῆς ἡμέρας τῆς  Μεταστάσεως τῆς Μαρίας εἰς τοὺς οὐρανούς, ἡ ὁποία  ἑορτάζεται τὴν 15ην Αὐγούστου εἰς τὸν Τάφον τῆς Μαρίας  εἰς τὴν  Γεθσημανήν (Capelle 1942:32). Κατὰ  τὴν γνώμην τοῦ Capelle, τό “Κάθισμα” εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀρχαία ἐκκλησία, ἡ λειτουργικὴ  τῆς ὁποίας ἐτεκμηριώθη ἀκριβῶς τόσο πολὺ εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα  ἔφθασαν μέχρις  ἡμῶν. (Βιβλιογραφία Νέα Σιών, Ἐκκλησιαστικὸν Περιοδικὸν  Σύγγραμμα, Ἐκδ.  Ἱεροῦ Κοινοῦ τοῦ Παναγίου Τάφου τόμ. ΙΙΣΤ,  Ἰανουάριος – Δεκέμβριος  1994, σελ. 227-238). Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει : «Δὲν  θὰ ἔκανε κανεὶς λάθος ἂν  ἔλεγε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει μεγαλυτέραν ἀξίαν ἀπὸ τὴν Κιβωτόν. Διότι ἡ  Κιβωτὸς ἔπαιρνε τὰ ζῶα καὶ τὰ διετήρει, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία  παίρνει τὰ ζῶα  καὶ τὰ μεταβάλλει. Ἂς χρησιμοποιήσω παραδείγματα. Ἐκεῖ εἰς τὴν κιβωτὸν  εἰσῆλθε τὸ γεράκι καὶ ἐξῆλθε γεράκι, εἰσέρχεται λύκος καὶ ἐξέρχεται  λύκος. Ἐδῶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εἰσέρχεται κάποιος γεράκι καὶ ἐξέρχεται  περιστέρι, εἰσέρχεται λύκος καὶ ἐξέρχεται πρόβατο, εἰσέρχεται φίδι καὶ  ἐξέρχεται ἀρνί, ἐπειδὴ δὲν ἀλλάζει ἡ φύσις ἀλλὰ διώκεται ἡ κακία».        

 

                Εκ της Επισήμου ιστοσελίδος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων