ΟΒΙΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ

Ο ΑΒΒΑΣ ΖΩΣΙΜΑΣ 

 

Στα  μέρη της Παλαιστίνης ήταν κάποιος ιερομόναχος , που λεγόταν Ζωσιμάς,  που από μικρός ανατράφηκε σύμφωνα προς τα μοναχικά έθιμα και ζούσε πολύ  ενάρετη ζωή. (Ας μη νομίσει κανένας ότι πρόκειται για το Ζωσιμά εκείνο,  που χαρακτηρίσθηκε ετερόδοξος, γιατί είναι άλλος αυτός, και υπάρχει  τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο, παρ' όλο που έχουν και οι δυο το ίδιο  όνομα). 

Αυτός  λοιπόν ο Ζωσιμάς, ο ορθόδοξος, αρχικά εμόνασε σε κάποιο μοναστήρι της  Παλαιστίνης, όπου εφαρμόζοντας κάθε είδος άσκησης πέτυχε ν' αποκτήσει  εγκράτεια σ' όλα. Από τη μια φύλασσε κάθε κανόνα που του παρέδιναν οι  πνευματικοί προπονητές του στην αυτού του είδους παλαίστρα, από την άλλη  ο ίδιος επενόησε πολλά από τη δική του πείρα στη προσπάθειά του να  υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα. Πράγματι, δεν απότυχε σ' αυτό το σκοπό που  έβαλε, η δε φήμη του έγινε παντού γνωστή, ώστε πολλοί μοναχοί, τόσο από  κοντινά, όσο και από μακρινά μοναστήρια πήγαιναν κοντά του και άκουαν  τη διδασκαλία του. 

Ανάμεσα  στις ασχολίες του σπουδαία θέση είχαν η μελέτη και η ψαλμωδία, που  ασχολείτο συνέχεια και όταν καθότανε και όταν έτρωγε και όταν έκαμνε  εργόχειρο. Λέγουν μάλιστα ότι και συχνά ο Γέροντας αξιωνόταν να βλέπει  το Θεό και αυτό να μην φανεί παράξενο, γιατί, «μακάριοι οι καθαροί τη  καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». 

Αυτός,  λοιπόν, ο Ζωσιμάς, έκανε στο μοναστήρι εκείνο πενήντα τρία χρόνια.  Έπειτα δε ενοχλήθηκε από μερικούς λογισμούς, ότι δήθεν ήταν σ' όλα  τέλειος, χωρίς να έχει ανάγκη τη διδασκαλία άλλου ανθρώπου. Κάποτε του  ερχόταν και ο εξής λογισμός: «Άραγε υπάρχει στη γη μοναχός, που μπορεί  να με ωφελήσει η να με υπερβάλλει στην αρετή;» Ενώ ο γέροντας σκεφτόταν  αυτά, άγγελος Κυρίου φάνηκε σ' αυτόν και του λέει: «Ώ Ζωσιμά,  αγωνίσθηκες ανθρώπινα καλά και εξετέλεσες με επιτυχία τον ασκητικόν  αγώνα. Αλλά κανένας άνθρωπος είναι τέλειος, ο δε τωρινός αγώνας είναι  μεγαλύτερος από τον προηγούμενο. Να ξέρεις όμως, ότι υπάρχουν κι' άλλοι  δρόμοι σωτηρίας και για να πληροφορηθείς γι' αυτούς βγες από τη γη σου  και από τους συγγενείς σου, καθώς ακριβώς ο Αβραάμ, ο πρώτος από τους  Πατριάρχες, και πήγαινε σ' εκείνο το μοναστήρι που βρίσκεται κοντά στον  Ιορδάνη ποταμό». 

Αμέσως,  λοιπόν, ο Γέροντας ακολουθώντας τις πιο πάνω οδηγίες βγήκε από το  μοναστήρι του και οδηγήθηκε από τον άγγελο σ' εκείνο το μοναστήρι του  Ιορδάνη, που τον διέταξε ο Θεός να έλθει. Αφού δε κτύπησε την πόρτα του  μοναστηριού, συνάντησε πρώτα το μοναχό, που φύλαγε την εξώπορτα κι'  αυτός τον παρουσίασε στον ηγούμενό του. Εκείνος δε, όταν είδε το σχήμα  του και το ευλαβικό του ήθος, τον ρώτησε, αφού έβαλε τη συνηθισμένη  στους μοναχούς μετάνοια κι' έλαβε ευχή: «Από πού είσαι αδελφέ και εξ  αιτίας ποιου από τους ταπεινούς γέροντες ήλθες εδώ;» Ο δε Ζωσιμάς  αποκρίθηκε: «Όσο με αφορά το «από πού»δεν είναι ανάγκη να σας αναφέρω.  Ήλθα δε, πάτερ, χάριν ωφελείας, γιατί έχω ακούσει για σας πολύ σπουδαία  και αξιέπαινα πράγματα». Απάντησε δε ο ηγούμενος: «Ο Θεός, αδελφέ, ο  μόνος που θεραπεύει την ανθρώπινη αρρώστεια, Αυτός και σένα και μας θα  διδάξει τα Θεία θελήματα, διότι άνθρωπος δεν μπορεί να ωφελήσει άλλον  άνθρωπο. Επειδή όμως, όπως ανέφερες η αγάπη του Θεού σ' εκίνησε να  επισκεφθείς εμάς τους ταπεινούς Γέροντες, μείνε μαζί μας και όλους θα  μας θρέψει με τη χάρη του Πνεύματος ο καλός Ποιμένας, που έδωσε την ψυχή  του σαν λύτρο για μας». «Όταν είπε αυτά ο ηγούμενος, ο Ζωσιμάς έβαλε  και πάλι μετάνοια και ζήτησε ευχή. Ύστερα αποσύρθηκε και από τότε  παρέμεινε σ' εκείνο το μοναστήρι. Συνάντησε δε εκεί Γέροντες λαμπρούς  στη θεωρία και τη πράξη, λέοντες ως προς το πνεύμα και δουλεύοντες στον  Κύριο. Διότι η ψαλμωδία ήταν ακατάπαυστη και το εργόχειρο πάντα στα  χέρια τους, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις φροντίδες της ζωής. Ένα δε  μονάχα τους απασχολούσε όλους, πως καθένας απ' αυτούς, θα νέκρωνε το  σώμα του στον κόσμο. Σαν τροφή είχαν τα θεόπνευστα λόγια, έτρεφαν όμως  και το σώμα τους, αλλά μόνο με τα απαραίτητα, δηλ. το ψωμί και το νερό. 

Ύστερα  από αρκετές μέρες έφτασε ο καιρός που οι χριστιανοί έκαναν τις ιερές  νηστείες, για να καθαριστούν, προκειμένου να προσκυνήσουν το Θείο Πάθος  και την Ανάσταση του Χριστού. Η πύλη του μοναστηριού δεν άνοιξε ποτέ,  αλλά ήταν πάντα κλειστή, ώστε οι μοναχοί να κάνουν ανενόχλητοι την  άσκησή τους. Άνοιγε μόνο, αν κάποιος μοναχός έβγαινε λόγω ανάγκης, γιατί  ο τόπος ήταν έρημος και στους περισσότερους από τα γειτονικά μοναστήρια  ήταν όχι μόνο αδιαπέρατος, αλλά και άγνωστος. Φυλασσόταν δε στο  μοναστήρι τέτοιος κανόνας, για τον οποίο, όπως φαίνεται, και το Ζωσιμά ο  Θεός οδήγησε σ΄ εκείνο το μοναστήρι. Ποιος ήταν ο κανόνας και πως  φυλασσόταν, θα αναφερθεί πιο κάτω. 

Τη  πρώτη μέρα της Μ.Τεσσαρακοστής, κατά τη συνήθεια που υπήρχε γινόταν η  Θεία λειτουργία και καθένας κοινωνούσε των αχράντων και ζωοποιών  μυστηρίων και ύστερα έπαιρνε λίγη τροφή. Έτσι μαζευόντουσαν όλοι στο  ευκτήριο, όπου, αφού λεγόταν μακρά ευχή και γινόταν γονυκλισία, οι  Γέροντες ασπάζονταν ο ένας τον άλλο και αφού αγκάλιαζαν τον ηγούμενο,  βάλλοντας καθένας μετάνοια ζητούσε να πάρει ευχή απ' αυτόν, για να την  έχει βοηθό στο προκείμενο αγώνα. 

Όταν  αυτά γινόντουσαν κατ' αυτό τον τρόπο, η πόρτα του μοναστηριού άνοιγε  και ψάλλοντας το «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι»  καθώς και το υπόλοιπο μέρος του ψαλμού, έβγαιναν όλοι, αφήνοντας ένα η  δύο φύλακες στο μοναστήρι, όχι για να φυλάσσουν τα πράγματα που  βρισκόντουσαν σ' αυτό (γιατί δεν υπήρχε τίποτε που θα μπορούσαν να  πάρουν οι κλέφτες), αλλά για να μη μένει το ευκτήριο αλειτούργητο. 

Καθένας  δε εφοδιαζόταν, όπως μπορούσε και ήθελε: άλλος μεν έπαιρνε ψωμί, άλλος  σύκα ξηρά, άλλος φοινίκια, άλλος βρεγμένα όσπρια, άλλος δε τίποτε άλλο  εκτός από το σώμα του και το ράσο που φορούσε. Υπήρχε δε κανόνας  απαράβατος σ' αυτούς να μην ξέρει ο ένας πως έκανε εγκράτεια η πως  περνούσε ο άλλος, γιατί όταν περνούσαν τον Ιορδάνη, αμέσως καθένας  εχώριζε από τους άλλους και κανένας δεν πήγαινε να συναντήσει τον άλλο,  αλλά και αν κάποτε ένας απ' αυτούς έβλεπε από μακριά άλλον να έρχεται σ'  αυτόν, αμέσως λοξοδρομούσε και πήγαινε σ' άλλο μέρος. Ζούσε δε με τον  εαυτό του, ψάλλοντας παντοτινά και δοξάζοντας το Θεό. 

Έτσι  λοιπόν αφού περνούσαν όλες τις ημέρες της ιερής νηστείας, γυρνούσαν  πίσω στο μοναστήρι τη Κυριακή των Βαΐων, φέροντας καθένας μαζί του το  καρπό των δικών του κόπων και ξέροντας πως εργάστηκε. Κανένας δε δεν  ρωτούσε τον άλλον πως πέρασε. Αυτός λοιπόν ήταν ο κανόνας του  Μοναστηριού, που γινόταν με επιτυχία, γιατί καθένας πηγαίνοντας στην  έρημο προς τον αθλοθέτη Θεό αγωνιζόταν μόνος του, όχι για ν' αρέσει  στους ανθρώπους και να κάνει εγκράτεια επιδεικτικά. Γιατί αυτά που  γίνονται με σκοπό ν' αρέσουν στους ανθρώπους, όχι μόνο σε τίποτε δεν  ωφελούν εκείνο που τα κάνει, αλλά προξενούν και ζημιά σ' αυτόν. 

Τότε  και ο Ζωσιμάς, σύμφωνα με τη συνήθεια του κανόνα πέρασε τον Ιορδάνη,  μεταφέροντας λίγα μόνο εφόδια για τις ανάγκες του σώματός του και το  ράσο που φορούσε. Ενώ δε περνούσε την έρημο εκτελούσε το κανόνα και όπου  νυκτωνόταν κοιμόταν κάτω στη γη. 

Νωρίς  δε το πρωί συνέχιζε το περπάτημα πάντοτε με σταθερό ρυθμό. Ήθελε δε,  καθώς έλεγε, να προχωρήσει στο εσωτερικό της ερήμου, με την ελπίδα ότι  εκεί θα μπορούσε να βρει κάποιο Πατέρα για ν' ακούσει το λόγο του Θεού.  Μάλιστα δε περπατούσε με τόση προσπάθεια, σαν να προχωρούσε σε κάποιο  σπουδαίο και γνωστό κατάλυμα. Αφού, λοιπόν, περπάτησε επί είκοσι μέρες,  όταν ήταν έκτη ώρα, σταμάτησε για λίγο την οδοιπορία κι' αφού στράφηκε  προς την ανατολή, έκανε τη συνηθισμένη προσευχή του. Γιατί συνήθιζε, σ'  ορισμένες ώρες της μέρας, να διακόπτει τη πορεία και να ξεκουράζεται  λίγο από τον κόσμο, στεκόμενος δε έψαλλε και προσευχόταν γονατιστός.