Συνάντηση της Οσίας με τον Ζωσιμά

 

Ενώ  δε έψαλλε και έβλεπε τον ουρανό συνέχεια, είδε στα δεξιά του μέρους που  καθόταν, μια ανθρώπινη σκιά. Στην αρχή ταράχτηκε, υποπτευόμενος ότι  βλέπει φάντασμα δαίμονα και φοβήθηκε . Αφού δε έκανε το σημείο του  σταυρού κι' έδιωξε το φόβο, διάκρινε φανερά κάποιον γύρω στο μεσημέρι να  περπατά. Είχε μαύρο σώμα από τον καύσωνα και είχε στο κεφάλι άσπρες  τρίχες, σαν το βαμβάκι, ήσαν όμως λίγες και έφταναν μέχρι τον τράχηλό  του. Όταν τον είδε ο Ζωσιμάς χάρηκε και άρχισε να τρέχει προς το μέρος  του. Η χαρά του ήταν ανέκφραστη, γιατί σ' όλο εκείνο το χρονικό  διάστημα, δεν είδε κανένα άνθρωπο, ούτε ζώο η πτηνό η φάντασμα ακόμα.  Ζητούσε λοιπόν να μάθει ποιος ήταν ελπίζοντας ότι θα γινόταν αιτία για  να γνωρίσει σπουδαία πράγματα. 

Όταν  δε εκείνος είδε το Ζωσιμά να έρχεται από μακρυά , άρχισε να τρέχει προς  το εσωτερικό της ερήμου. Ο δε Ζωσιμάς ξεχνώντας την προχωρημένη ηλικία  του και δίχως να λογαριάσει τη κούραση από το περπάτημα, έτρεξε αμέσως  για να συναντήσει εκείνον που έφευγε. Αυτός μεν καταδίωκε, εκείνος δε  έφευγε. 

Επειδή  ο Ζωσιμάς έτρεχε πιο γρήγορα, σιγά - σιγά πλησίαζε εκείνον που έφευγε.  Όταν δε πλησίασε σε σημείο που μπορούσε να ακουστεί η φωνή του, άρχισε ο  Ζωσιμάς να φωνάζει κλαίοντας: «Γιατί με αποφεύγεις, τον αμαρτωλό  Γέροντα, ω δούλε του Θεού; Μείνε μαζί μου, όποιος και νάσαι, για την  αγάπη του Θεού, για τον Οποίο ήλθες και κατοίκησες σ' αυτή την έρημο,  στάσου κι' ευλόγησέ με». 

Ενώ  ο Ζωσιμάς έλεγε αυτά με δάκρυα στα μάτια, έφτασαν και οι δυο τρέχοντας  σε κάποιο τόπο, όπου σχηματιζόταν ένας χείμαρρος ξηρός. Όταν λοιπόν  έφτασαν εκεί, εκείνος που έφευγε κατέβηκε και πάλιν ανέβηκε στο άλλο  μέρος, ο δε Ζωσιμάς κουρασμένος και μη μπορώντας άλλο να τρέχει, στάθηκε  στο άλλο μέρος του χειμάρρου και έκλαψε τόσο πολύ, ώστε τα κλάματά του  ακούονταν καθαρά. Τότε εκείνος που έφευγε, άνοιξε το στόμα του και είπε:  «Αββά Ζωσιμά, συγχώρησέ με για τον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν μπορώ να  γυρίσω και να σε δω στο πρόσωπο, γιατί είμαι γυναίκα, γυμνή. Αλλά αν  θέλεις να δώσεις ευχή σε αμαρτωλή γυναίκα, ρίξε το ράσο που φοράς για να  σκεπάσω το σώμα μου και να στραφώ προς εσένα για να πάρω τις ευχές  σου». Τότε ο Ζωσιμάς απόρησε γιατί τον φώναζε με τ' όνομά του και σοφός  καθώς ήταν αντελήφθηκε ότι ο άγνωστος δεν μπορούσε να τον φωνάζει με τα'  όνομά του, εκτός αν είχε υπερφυσικό χάρισμα. 

Έβγαλε  το ράσο του και της το έριξε από πίσω κι εκείνη αφού το πήρε και  σκέπασε το σώμα της, στράφηκε προς τον Ζωσιμά και του είπε: «Τι ήθελες  να δεις μια αμαρτωλή γυναίκα; Τι ζητάς να μάθεις από μένα και δεν  βαρέθηκες να κάνεις τόσο μεγάλο κόπο;» Ο δε Γέροντας αφού γονάτισε στη  γη, ζήτησε να πάρει ευλογία, σύμφωνα με τη συνήθεια. Επειδή κι' αυτή  έβαλε μετάνοια, ήταν και οι δυο στη γη και περίμενε ο ένας τον άλλο να  δώσει ευλογία. Αλλά τίποτα από κανένα δε λεγόταν, εκτός από το:  «ευλόγησον». Αφού πέρασε αρκετή ώρα, είπε η γυναίκα προς το Ζωσιμά:  «Αββά Ζωσιμά σε σένα αρμόζει να ευλογήσεις και να ευχηθείς, γιατί έχεις  τιμηθεί με το αξίωμα του ιερέα και από πολλά χρόνια στέκεσαι μπροστά στο  ιερό θυσιαστήριο». Αυτά προκάλεσαν πολύ φόβο στο Ζωσιμά και ο Γέροντας  αφού λούστηκε με ιδρώτα στέναξε και είπε με φωνή που διακοπτόταν: «Ώ  πνευματική Μητέρα, και από το ήθος σου φαίνεται ότι εσύ κατά το  μεγαλύτερο μέρος έχεις νεκρωθεί για τον κόσμο, είναι δε φανερό, ότι σου  δόθηκε μεγαλύτερο χάρισμα από μένα, αφού μου μίλησες με τα' όνομά μου,  και είπες ότι είμαι ιερέας, χωρίς να με γνωρίζεις. Επειδή λοιπόν η χάρη  δεν εξαρτάται από τα αξιώματα, αλλά από τη ψυχική υπόσταση, εσύ πρέπει  να μ' ευλογήσεις για τον Κύριο και να δώσεις σε μένα ευχή, που έχω  ανάγκη από τη δική σου τελειότητα». 

Αφού  υποχώρησε η γυναίκα στην ένσταση του Γέροντα και υπάκουσε, είπε:  «Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος φροντίζει για τη σωτηρία των ανθρωπίνων  ψυχών». Όταν δε ο Ζωσιμάς είπε το «Αμήν», σηκώθηκαν και οι δυο από την  γονυκλισία και είπε τότε η γυναίκα προς το Γέροντα: «Για χάρη ποιου  θέλησες να δεις γυναίκα στερημένη από κάθε αρετήν; Αλλά, επειδή ακριβώς η  χάρη του Αγίου Πνεύματος σε καθοδήγησε να μου προσφέρεις, ανάλογα με τη  περίσταση, κάποια εξυπηρέτηση, πες μου, πως ζουν οι χριστιανοί; Πως  ζουν οι βασιλιάδες; Πως είναι η Εκκλησία;» 

Ο  δε Ζωσιμάς είπε σ' αυτή: «Μ' ένα λόγο, Μητέρα Οσία, με τις δικές σου ο  Χριστός χάρισε σ' όλους ειρήνη. Δέξου όμως παράκληση ανάξιου Γέροντα και  ευχήσου για τον κόσμο όλο και για με τον αμαρτωλό, ώστε αυτό το χρονικό  διάστημα, που περνώ στην έρημο, να μην αποβεί άκαρπο». Εκείνη δε του  απάντησε: «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να κάνεις δέηση για με, και για όλους  γιατί σε σένα έπεσε ο κλήρος γι' αυτό. Αλλά επειδή με προστάζεις, θα το  κάνω με προθυμία»