Η ΟΣΙΑ ΚΟΙΝΩΝΑ   

Ενώ όμως, ο Γέροντας συλλογιζότανε αυτά, ιδού έφτασε και η Οσία  γυναίκα, που στάθηκε στο απέναντι μέρος του ποταμού, απ' όπου ερχόταν.  Τότε ο Ζωσιμάς στάθηκε όρθιος χαίροντας και δοξάζοντας τον Θεό.   

Αλλά  συνέχιζε να παλεύει με το λογισμό, πως δηλαδή θα περνούσε τον ποταμό,  οπότε βλέπει αυτήν να κάμει το σημείο του Σταυρού (αν και ήταν νύκτα,  όμως έφεγγε, γιατί ήταν πανσέληνος) και αφού περπάτησε πάνω στο νερό  ήλθε κοντά του. Μόλις δε εκείνος πήγε να βάλει μετάνοια, εκείνη τον  εμπόδισε λέγοντας: «Τι κάμνεις Αββά, θέλεις να βάλεις μετάνοια, εσύ που  είσαι ιερέας και μάλιστα κρατάς τα Θεία Δώρα;» Εκείνος υπάκουσε και τότε  η Οσία του είπε:

«Ευλόγησε, Πάτερ, ευλόγησε». Ο δε Γέροντας  τρέμοντας και θαυμάζοντας και το τέτοιο θέαμα, αποκρίθηκε σ' αυτήν:  «Πραγματικά είναι αληθινός ο Θεός, λέγοντας ότι μπορούμε να ομοιωθούμε  μαζί Του, φτάνει να θελήσουμε να καθαρίσουμε τους εαυτούς μας. Δόξα σοι  Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος δεν στέρησες το έλεός σου από μένα το δούλο  σου. Δόξα σοι Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος μου φανέρωσες μέσω αυτής της  δούλης Σου, πόσον απέχω από την τελειότητά».   

 

Ενώ  έλεγε αυτά η γυναίκα ζήτησε να πει το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών» και  όταν τέλειωσε τον ασπάστηκε κατά τη μοναχική συνήθεια και μετάλαβε των  Ζωοποιών Μυστηρίων. Αφού δε σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε  με δάκρυα κα είπε: «Νυν απολύεις την δούλην Σου, Δέσποτα κατά το ρήμα  σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν Σου».

Τότε  λέει στον Γέροντα: «Συγχώρησέ με, Αββά, και εκπλήρωσε μου και άλλην  επιθυμίαν. Να γυρίσεις τώρα με τη βοήθεια του Θεού στο Μοναστήρι και τον  ερχόμενο χρόνο να έλθεις και πάλι σ' εκείνο τον χείμαρρο, όπου με  συνάντησες την πρώτη φορά. Να έλθεις οπωσδήποτε και θα με δεις καθώς  θέλει ο Κύριος». Ο δε Ζωσιμάς της αποκρίθηκε: «Μακάρι να ήμουν άγιος από  τώρα να σε ακολουθήσω και να βλέπω παντοτεινά το τίμιό Σου πρόσωπο.  Αλλά πάρε και φάε από τη λίγη αυτή τροφή που σου έφερα». Και λέγοντας  αυτά, της έδωσε το μικρό καλάθι που κρατούσε. Η δε γυναίκα, αφού πήρε με  τα άκρα των δακτύλων της τρεις κόκκους φακής, τους έβαλε στο στόμα της  λέγοντας: «Είναι αρκετή η χάρη του Αγίου Πνεύματος, να συντηρεί και να  φυλάει την ουσία της ψυχής καθαρή». Και αφού είπε αυτά, στράφηκε προς  τον Γέροντα και του ζήτησε να προσεύχεται στον Κύριο γι' αυτή την  αμαρτωλή. Ο Γέροντας άγγιξε τότε τα πόδια της Οσίας και αφού  προσευχήθηκε με δάκρυα και στεναγμούς, την άφησε να φύγει, γιατί δεν  τολμούσε να κρατήσει περισσότερο την ακράτητη. Η δε Οσία, αφού έκαμνε  και πάλι το σημείο του Σταυρού, περπάτησε πάνω στο νερό του ποταμού,  όπως και προηγουμένως και τον διαπέρασε. Ο δε Γέροντας γύρισε πίσω με  πολύ χαρά και φόβο συγχρόνως, αλλά περιγελούσε τον εαυτό του, γιατί δεν  ρώτησε να μάθει τα' όνομα της Οσίας, έλπιζε όμως να το πετύχει τον  ερχόμενο χρόνο.