Ή Οσία χωρίζεται απο τον Ζωσιμά

 

Εκείνη δε, αφού έπιασε το Γέροντα, δεν τον άφησε να αποτελειώσει τη  μετάνοια, αλλά είπε σ' αυτόν: «Όλ' αυτά που άκουσες, σε εξορκίζω στ'  όνομα του Σωτήρα Ιησού Χριστού, του Θεού μας, να μη πεις σε κανένα μέχρι  που να πεθάνω. Τώρα πήγαινε στο καλό και πάλι τον ερχόμενο χρόνο θα με  δεις. Να κάμεις μόνο για τον Κύριο εκείνο που σου παραγγέλω, στις ιερές  νηστείες του ερχόμενου χρόνου μην περάσεις τον Ιορδάνη, όπως ακριβώς  υπάρχει συνήθεια να κάνουν στο Μοναστήρι».  

«Απορούσε  δε ο Ζωσιμάς ακούοντας, ότι και το κανόνα του Μοναστηριού γνώριζε και  δεν έλεγε τίποτε άλλο, εκτός: «Δόξα τω Θεώ, ο Οποίος χαρίζει πολλά στους  αγαπώντας Αυτόν». Εκείνη δε είπε: «Μείνε λοιπόν, Αββά Ζωσιμά, καθώς  είπα στο Μοναστήρι, γιατί αν θελήσεις να βγεις, δεν θα σου γίνει καλό.  Τη δε Μεγάλη Πέμπτη πάρε τη Θεία κοινωνία και έλα στο μέρος του Ιορδάνη,  που πλησιάζει τις κατοικημένες περιοχές, για να έλθω εκεί να κοινωνήσω  των ζωοποιών δώρων, γιατί από τότε που κοινώνησα στο ναό του Προδρόμου,  πριν περάσω τον Ιορδάνη δεν ξανακοινώνησα. Γι' αυτό σε παρακαλώ, μην  παρακούσεις στη παράκλησή μου, αλλά ‘πωσδήποτε να μου φέρεις τα ζωοποιά  αυτά Θεία Μυστήρια, την ώρα που ο Κύριος έκανε μέτοχους τους Μαθητές του  τού Θείου Δείπνου. Εις δε τον Αββά Ιωάννη, τον ηγούμενο του  Μοναστηριού, να πεις αυτά: «Πρόσεχε, αδελφέ, από τον εαυτό σου, και από  τους μοναχούς του μοναστηριού, γιατί εκεί γίνονται μερικά πράγματα που  θέλουν διόρθωση. Αλλά δεν θέλω να πεις τώρα αυτά, αλλ' όταν σου  επιτρέψει ο Κύριος». Αυτά αφού είπε και ζήτησε από τον Γέροντα να  προσεύχεται και γι' αυτή, αναχώρησε προς την έρημο. Ο δε Ζωσιμάς αφού  γονάτισε και προσκύνησε τη γη, όπου ήταν τα ίχνη των ποδιών της, δόξασε  τον Θεό και αφού τον ευχαρίστησε , επέστρεψε με σωματική και ψυχική  αγαλλίαση δοξάζοντας και ευλογώντας Αυτόν. Αφού δε διαπέρασε πάλιν  εκείνη την έρημο, έφτασε στο Μοναστήρι, τη μέρα που συνηθίζουν να  επιστρέφουν αυτοί που μένουν σ' αυτό.