Άγια Ιερουσαλήμ

 

 

Η Ιερουσαλήμ είναι η μεγαλύτερη πόλη του Ισραήλ, με 544.000 κατοίκους (1993). Αποτελεί ιερή πόλη για τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον ιουδαϊσμό, τον ισλαμισμό και το χριστιανισμό, αλλά και αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των διαφορετικών κοινοτήτων της. Στην Ιερουσαλήμ βρίσκεται η έδρα του ορθόδοξου Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων, που αποτελεί την ιστορική συνέχεια της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας.

Η Παλιά Πόλη περιβάλλεται από τείχος χτισμένο τον 16ο αι. από τους Τούρκους και διαιρείται σε 4 τομείς, τον εβραϊκό, τον χριστιανικό, τον μουσουλμανικό και τον αρμενικό.

Το ιερότερο σημείο της εβραϊκής συνοικίας είναι ο Ναός του Όρους· ξεχωρίζουν, επίσης, το  Δυτικό Τείχος, γνωστό ως Τείχος των Δακρύων, το οποίο αποτελεί έναν από τους ιερότερους βωμούς των Ιουδαίων, το όρος Σιών με τον τάφο του Δαβίδ, το όρος των Ελαιών και πολλές αναστηλωμένες και σύγχρονες συναγωγές.

 

Το θρησκευτικό κέντρο του χριστιανικού τομέα αποτελούν ο Γολγοθάς, ο ναός της Αναστάσεως με τον μεγαλοπρεπή τρούλο στο κέντρο του και πλήθος κτισμάτων, καθώς και ο τάφος του Χριστού, στον οποίο καταλήγει η οδός του Μαρτυρίου ή του Σταυρού, που περιλαμβάνει τις 14 Στάσεις που συνδέονται με τα Πάθη του Χριστού.

Τα σπουδαιότερα κτίσματα της μουσουλμανικής συνοικίας είναι ο Τρούλος του Βράχου ή Τέμενος του Ομάρ, χτισμένος πάνω σε ιερό βράχο των μουσουλμάνων και τόπος προσκυνήματος, καθώς και το Αλ-Άκσα του 8ου μ.Χ. αι. με ασημένιο τρούλο.

 

ExternalVideoWidget

 

Θρησκευτικη Ιστορία

Είναι αρχαία πόλη και πιθανώς πρόκειται για την αρχαία πόλη Σαλήμ, της οποίας βασιλιάς υπήρξε ο Μελχισεδέκ. Οι πρώτοι που εγκαταστάθηκαν στα Ιεροσόλυμα ήταν οι Ιεβουσαίοι στις αρχές της 2ης χιλιετηρίδας π.Χ. και ονομαζόταν Ιεβούς. Αργότερα, η πόλη έγινε αυτόνομο βασίλειο, κάτω από την κυριαρχία της Αιγύπτου (1400 π.Χ.).

Η ένωση των κρατιδίων σ' ένα ενιαίο κράτος της Ιουδαίας, έδωσε την αφορμή στο βασιλιά Δαβίδ, στις αρχές του 10ου αιώνα, να κυριεύσει με αιφνιδιασμό την πόλη και να την κάνει πρωτεύουσα της Ιουδαίας. Ο βασιλιάς Δαβίδ οχύρωσε την πόλη χτίζοντας τείχη γύρω από αυτήν και ο γιος του Σολομώντας, που έμεινε γνωστός για τη μεγάλη του σοφία, έχτισε τον περίφημο ναό των Ιεροσολύμων. Ο ναός διατηρήθηκε μέχρι το 586 π.Χ., οπότε καταστράφηκε από τους Βαβυλώνιους του Ναβουχοδονόσορα. Ο Ναβουχοδονόσορας εκτόπισε τους κατοίκους, οι οποίοι επέστρεψαν μόνον όταν ο βασιλιάς των Περσών Κύρος έθεσε τέρμα στη Βαβυλώνεια αιχμαλωσία.  

Στη συνέχεια, την πόλη κατέλαβε ο Μ. Αλέξανδρος. Αργότερα καταστράφηκε από τον Αντίοχο τον Επιφανή. Ελευθερώθηκε από τους Μακκαβαίους και διοικήθηκε απ' αυτούς μέχρι την κατάκτησή της από το Ρωμαίο Πομπήιο. Μια όμως εξέγερση των Ιουδαίων οδήγησε τον Τίτο (70 μ.Χ.) στην πόλη και προκάλεσε την καταστροφή της. Μεγάλες καταστροφές έπαθε και ο περίφημος ναός. Σήμερα σώζεται ένα μέρος του τείχους που περιέβαλε το ναό, το Τείχος των Δακρύων.

Η πόλη ξαναχτίστηκε από τον αυτοκράτορα Αδριανό το 134 μ.Χ. δίνοντας της το όνομα Αιλία Καπιτωλίνα. Στα βυζαντινά χρόνια έγινε τμήμα του κράτους του Βυζαντίου και ο Μέγας Κωνσταντίνος της έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Έτσι της απόδωσε το παλιό της όνομα, έχτισε με τη μητέρα του την Αγία Ελένη το ναό της Ανάστασης στο λόφο του Γολγοθά και τη στόλισε με πολλά μνημεία.

Οι Πέρσες, με βασιλιά το Χοσρόη Β΄ κατέλαβαν την πόλη το 614, άρπαξαν τον Τίμιο Σταυρό και αιχμαλώτισαν τον πατριάρχη Ζαχαρία. Η νίκη του Ηρακλείου επανέφερε την πόλη στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και οι Πέρσες αναγκάστηκαν να επιστρέψουν τον Τίμιο Σταυρό και ν' απελευθερώσουν τον πατριάρχη. Το 637 την κατέλαβαν οι Άραβες οι οποίοι την έλεγαν Κουντούς Σερίφ, που σημαίνει ιερή πόλη. Το 1099 την πήραν οι Σταυροφόροι, οι οποίοι ίδρυσαν το κράτος των Ιεροσολύμων. Το 1187 την πήραν ξανά οι Άραβες, το 1516 κυριεύτηκε από τους Τούρκους, που την κράτησαν μέχρι το 1917, οπότε έγινε πρωτεύουσα του αγγλικού προτεκτοράτου της Παλαιστίνης.

Με βάση την οριοθέτηση που προέκυψε το 1948, το κράτος του Ισραήλ κατοχύρωσε το δυτικό τμήμα της Παλαιστίνης και η Ιορδανία κατοχύρωσε το ανατολικό, η Ιερουσαλήμ χωρίστηκε σε δύο τομείς, τον εβραϊκό και τον αραβικό.