Ό Πανιερός Ναός Αναστάσεως

 

Το 3 ταντίνος (Flavius Valerius Constantinus) ή Μέγας Κωνσταντίνος σταμάτησε τους διωγμούς των Χριστιανών με το διάταγμα των Μεδιολάνων. Το 324 νίκησε τον Λικίνιο και έγινε ο μοναδικός αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στις 20 Μαΐου ξεκίνησαν οι εργασίες τις Α' Οικουμενικής Συνόδου στην Νίκαια της Βιθυνίας για την αντιμετώπιση της αίρεσης του Αρειανισμού. Στην σύνοδο συμμετείχε και ο Επίσκοπος Ιεροσολύμων (δεν είχε γίνει ακόμη Πατριαρχείο) Μακάριος. Σε κατ' ιδίαν συνομιλίες του με τον αυτοκράτορα έθεσε κάποια ζητήματα που αφορούσαν τους Αγίους Τόπους. Ένα από αυτά αφορούσε και τον ναό της Αφροδίτης που είχαν ανεγείρει οι ειδωλολάτρες στον λόφο του Γολγοθά για να αποτρέψουν τους Χριστιανούς από το προσκύνημα που πραγματοποιούσαν στο σημείο της σταυρικής θυσίας του Κυρίου. Την ίδια χρονιά η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου αγία Ελένη πραγματοποίησε ταξίδι στα Ιεροσόλυμα με σκοπό την αποκατάσταση της χριστιανικής διοίκησης και λατρείας στους τόπους που βάδισε ο Θεάνρωπος και την ανέγερση Ιερών Ναών στα σημαντικότερα σημεία της παρουσίας του.  

 

 

Ειδική μέριμνα απαιτούνταν για την περιοχή του Γολγοθά. Στην περιοχή είχαν γίνει επιχωματώσεις τον καιρό του αυτοκράτορα Ανδριανού και είχε στηθεί είδωλο και ναός της Αφροδίτης επί του Τάφου του Κυρίου, με σκοπό την αποτροπή των Χριστιανών από το προσκύνημα. Το πρώτο έργο της Αγίας Ελένης ήταν η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού. Η προσπάθεια πέτυχε και ο Τίμιος Σταυρός βρέθηκε μέσα σε σπήλαιο μαζί με τους δύο άλλους των συσταυρωθέντων ληστών και τα λοιπά σύνερργα της σταυρώσεως. Το θαύμα της αναστάσεως της χήρας ξεχώρισε τον σταυρό του Χριστού. Κατόπιν αυτών ο τόπος καθαρίσθηκε και ήρθαν στην επιφάνεια τα σημεία της Σταυρώσεως, της Αποκαθηλώσεως και της Ταφής του Κυρίου. Τα υλικά που αποτελούσαν τον ναό και τα είδωλα απομακρύνθηκαν και η περιοχή καθαγιάσθηκε. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έγινε μια αρχαιολογική ανασκαφή από την Αγία Ελένη και αποκατάσταση ενός Ιερού Μνημείου. Με βασιλικά έξοδα ανεγέρθηκε για πρώτη φορά ο Ναός της Αναστάσεως. Ο Ευσέβιος Καισαρείας διασώζει στην Εκκλησιαστική Ιστορία  του επιστολή την οποία έστειλε ο Μέγας Κωνσταντίνος στον Επίσκοπο Ιεροσολύμων Μακάριο: «Νικητής Κωνσταντίνος, μέγιστος σεβαστός, Μακαρίω. Τόση μεγάλη είναι η χάρις του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όπου δεν φαίνεται να είναι άξια του παρόντος θαύματος μηδεμία δύναμις λόγων. Επειδή και το σημείο εκείνο του αγιοτάτου δεσποτικού πάθους, όπου προ πολλού εκρύπτετο υποκάτω της γης και δεν εγνωρίζετο εις τόσας ετών περιόδους, έως ου έμελλε να αναλάμψει εις τους δικούς του θεράποντας, που ελευθερώθησαν με την αναίρεσιν και φθοράν του κοινού εχθρού πάντων, αληθώς υπερβαίνει πάντα νουν ανθρώπινον και μεγάλην έκπληξιν και θάμβος προξενείν εις τόσον, όπου, και αν όλοι της οικουμένης οι σοφοί εις εν συνελθόντες θελήσουσι να το επαινέσουν και κατ' αξίαν να το παραστήσουν, ουδέ το ελάχιστον δύνανται να ειπούσι. Τόσον πολλά υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην κατάληψιν το θαύμα τούτο, όσον τα ουράνια υπερβαίνουσι τα ανθρώπινα. Και δια τούτο λοιπόν αυτόν τον σκοπόν έχω πάντοτε και πρώτον και μόνον, ότι καθώς η αληθής πίστις δεικνύει  εαυτήν καθεκάστην με καινότερα θαύματα, κατά τον αυτόν τρόπον και αι ψυχαί πάντων ημών να σπουδάσωσι προθυμότερον εις τον άγιον νόμον με πάσαν σωφροσύνην και ομογνώμονα προθυμίαν. Όθεν και θέλω να είναι όλοι εις τούτο καταπεπεισμένοι, το οποίον υπολαμβάνω να είναι και εις όλους φανερόν, ότι περισσότερο απ' όλα φροντίζω όπως, καθώς θεία νεύσει τον ιερόν εκείνον τόπον τον ελάφρωσα από ένα βάρος, όθεν έγινεν από τας αισχροτάτας προσθήκας των ειδώλων, ούτω να τον κοσμήσωμεν με κάλλος οικοδομημάτων, επειδή και αυτός ο τόπος εξ αρχής ήτον άγιος με κρίσιν Θεού και αγιώτερος εφανερώθη, αφού έβγαλεν φως εις την πίστιν του σωτηρίου πάθους».  

 

 

Στην συνέχεια της επιστολής ο Μέγας Κωνσταντίνος δίνει κάποιες οδηγίες για την κατασκευή, αφήνει, όμως, και σχετική ελευθερία στις επιλογές του Μακαρίου. Κατά τον Θεοδώρητο Κύρου κομιστής της επιστολής ήταν η Αγία Ελένη. Ο Σωκράτης στην δική του Εκκλησιαστική Ιστορία μας πληροφορεί, ότι ο ναός κτίσθηκε παρουσία της με σχέδια του αρχιτέκτονα Ζηνοβίου. Στοιχεία από τα σχέδια αυτά διατηρήθηκαν και στις μεταγενέστερες κατασκευές, όπως ο ανοικτός θόλος (Ροτόντα) υπεράνω του Παναγίου Τάφου (θεωρήθηκε ότι μόνο ο ουρανός μπορούσε να σκεπάζει τον Τάφο του Θεανθρώπου. Δόθηκε μεγάλη προσοχή στη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου. Είπαμε προηγουμένως ότι μεγάλη ποσότητα χώματος αφαιρέθηκε και ο χώρος γύρω από το σπήλαιο ισοπεδώθηκε. Να συμπληρώσουμε ότι και το ίδιο το σπήλαιο διαμορφώθηκε ανάλογα, ώστε να μπορεί να χτισθεί γύρω του το κουβούκλιο. Οι περισσότεροι των αρχαιολόγων συμφωνούν ότι ο λόφος του Γολγοθά περιλαμβάνονταν στον πρώτο ναό και μάλιστα με τη σημερινή του μορφή. Αυτό μπορούμε να ο συμπεράνουμε και από ιστορικές αναφορές, όπως οι εσωτερικές μαρτυρίες που υπάρχουν στις Κατηχήσεις (συγκεκριμένα στην ιδ')  του  Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων.  

 

 

Οι εργασίες της οικοδόμησης ολοκληρώθηκαν το 335 μ.Χ. Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 13 Σεπτεμβρίου του 336 από τους επισκόπους που συμμετείχαν στην σύνοδο της Τύρου. Ο πρώτος ναός είναι γνωστός σε μας ως Κωνσταντίνειος Βασιλική και περιγραφή του αν και ελλειπή βρίσκουμε στον Βίο του Βασιλέως Κωνσταντίνου του Ευσεβίου Καισαρείας.

Το 614 μ.Χ ο στρατηγός του Πέρση βασιλιά Χοσρόη Β' κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα. Ακολούθησε φοβερή καταστροφή. Πλήθος Χριστιανών σφαγιάσθηκαν από τους Πέρσες και τους συνεπικουρούντες Ιουδαίους. Πάνω από τριακόσια μοναστήρια κάηκαν. Την ίδια κατάληξη είχαν και οι εκκλησίες της πόλης, όπως η Εκκλησία της Αγίας Σιών, ο Ναός της Θεοτόκου, προσφορά του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, η εκκλησία της Αναλήψεως στο όρος των Ελαιών κ.α. Ο Ναός της Αναστάσεως έγινε επίσης στόχος του μίσους των ζωροαστρών και παραδόθηκε στις φλόγες. Αναθήματα τριακοσίων ετών εκλάπησαν. Συλλήθηκαν τα αφιερώματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, της Αγίας Ελένης, της βασίλισσας Ευδοκίας. Ανάμεσα στα άλλα κειμήλια ήταν ο αδαμάντινος σταυρός του Θεοδοσίου Β' ,που ορθωνόταν στον Άγιο Γολγοθά, ο πολύτιμος Σταυρός, αφιέρωμα της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, το ποτήριο από όνυχα, από το οποίο πιστεύονταν ότι ήπιε ο Κύριος κατά το Μυστικό Δείπνο, το διάδημα του βασιλέως της Αιθιοπίας Ελισβάν, τα σκεύη του Ναού του Σολομώντος, τα οποία είχε αποδώσει ο Ιουστινιανός. Το πολυτιμότερο κειμήλιο που απέσπασαν ήταν ο Τίμιος Σταυρός, που βρισκόταν μέσα σε χρυσή θήκη, σφραγισμένη με την σφραγίδα του Πατραρχείου. Το γεγονός αυτό συντάραξε την Χριστιανοσύνη. Ο Τίμιος Σταυρός μεταφέρθηκε στην πρωτεύουσα του περσικού κράτους μαζί με πλήθος αιχμαλώτων. Αιχμάλωτος σύρθηκε και ο Πατριάρχης Ζαχαρίας.


 

Ηγούμενος της Μονής του οσίου Θεοδοσίου ήταν την εποχή εκείνη ο Μόδεστος. Αυτός ανέλαβε να ανακουφίσει τους κατοίκους της Παλαιστίνης με την συνδρομή του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος. Εξαγόρασε πλήθος αιχμαλώτων, έθρεψε τον πεινασμένο πληθυσμό, επανέφερε τους μοναχούς στις Μονές τους. Με τον μοναχό Αντίοχο ξεκίνησαν έρανο για την αποκατάσταση του Ναού της Αναστάσεως σε όλη την Ανατολή. Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, εκτός από τα χρηματικά ποσά που προσέφερε, έστειλε και χίλιους εργάτες, πρώτες ύλες, μεταφορικά ζώα κατάφορτα με τρόφιμα. Η ανοικοδόμηση του Ναού της Αναστάσεως τελείωσε το 626 μ.Χ. Δυστυχώς η άσχημη οικονομική κατάσταση της κατεστραμένης περιοχής και της αυτοκρατορίας εν γένει δεν επέτρεψε τη επαναφορά του Ναού στην πρότερη μεγαλοπρεπή του μορφή. Η ιστορία διασώζει, ότι ο πρώτος που βαπτίσθηκε στον Ναό ήταν ένας Πέρσης στρατιώτης ο μετέπειτα μεγαλομάρτυς Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης. Εν συνεχεία ο αυτοκράτορας Ηράκλειος κατατρόπωσε τους Πέρσες και τους ανάγκασε να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους και τον Πατριάρχη Ζαχαρία. Παρέλαβε ο ίδιος τον Τίμιο Σταυρό και τον έφερε πρώτα στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν στην Ιερουσαλήμ το 630 μ.Χ. Η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού έγινε στις 14 Σεπτεμβρίου και έκτοτε τιμάται η ανάμνησις του γεγονότος κάθε χρόνο. Ο Ηράκλειος προσέφερε μεγάλα ποσά για την αποκατάσταση των μνημείων και φορολογική ατέλεια στην περιοχή για την ανακούφιση του λαού. Ο καινούργιος Ναός ήταν σε βυζαντινό ρυθμό πιο λιτός, όπως ήδη είπαμε. Την περιγραφή αυτού του Ναού βρίσκουμε στην περιήγηση του Αρκούλφου που γράφηκε το 680 μ.Χ.  

 

 

Το 637 μ.Χ. ο χαλίφης Ομάρ έγινε κύριος της Ιερουσαλήμ. Μετά από συνεννοήσεις με τον Πατριάρχη Σοφρώνιο, εξέδωσε διάταγμα (Αχτιναμέ) με το οποίο εξασφάλισε την κυριαρχία των Ρωμαίων επί των Αγίων Τόπων και ρύθμιζε τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των Χριστιανών. Το κείμενο του Αχτιναμέ είναι το εξής: «...  Το παρόν είναι γράμμα εμού του Ομάρ, υιού Χαττάπ, και εδόθη τω σεβασμίω και εντίμω Πατριάρχη του βασιλικού έθνους (σ.σ. δηλ. των Ρωμαίων) Σωφρονίω εν τω όρει των Ελαιών, τω ιερώ τόπω της Ιερουσαλήμ, ως συνθήκη και υπόσχεσις, αποβλέπουσα τους υπηκόους ιερείς και καλογήρους και καλογραίας, ένθα ήθελον είναι, και όπου ήθελον ευρίσκεσθαι. Ίνα έχωσιν ασφάλειαν (όταν ο υποτελής φυλάττει τα της υποτέλειας καθήκοντα, πρέπει να έχει ασφάλειαν και προστασία παρά τε ημών των πιστών, και των παρά των μεθ' ημάς ηγεμονευσάντων), και ίνα αρθώσιν απ' αυτών τα αίτια των ενοχλήσεών των κατά την ην έδειξαν υποταγήν και ευπείθειαν˙ και ίνα έχωσιν ασφάλειαν αυτοί τε και αι εκκλησίαι των και τα μοναστήριά των, και πάντα τα υπό την κυριότητά των λοιπά προσκυνήματα τα εντός και εκτός όντα, ήτοι είναι ο Καμαμές (σ.σ. ο Ναός της Αναστάσεως), και η εν Βηθλεέμ μεγάλη εκκλησία της γεννήσεως του Ιησού, (εφ' ω είη ειρήνη) και το σπήλαιον το έχον τρεις θύρας, μεσημβρινήν, αρκτικήν και δυτικήν˙ και ίνα έχωσιν ασφάλειαν τα εκεί ευρισκόμενα χριστιανικά έθνη, ήτοι οι Ίβηρες και Αβυσσηνοί και οι χάριν προσκυνήσεως ερχόμενοι Φράγκοι, Κόπται, Συριάνοι, Αρμένιοι, Νεστοριανοί, Ιακωβίται και Μαρωνίται, οι υπαγόμενοι εις τον ρηθέντα Πατριάρχην, και αυτός να είναι πρωτεύων επ' αυτών˙ διότι (το βασιλικόν έθνος) έλαβεν χάριν παρά του τιμίου και αγαπητού προφήτου (σ.σ. δηλ. του Μωάμεθ) του απεσταλμένου του θεού (σ.σ. δηλ του αλλάχ), και ετιμήθησαν τη σφραγίδι της τιμίας αυτού χειρός, και επρόσταξεν να έχωσιν εύνοιαν και ασφάλειαν˙ ούτω και οι πιστοί ευεργετούμεν αυτούς προς τιμήν του ευεργετήσαντος αυτούς. Και έσονται ελεύθεροι από το χαράτζι, το καφάρι και από τους φόρους, και απηλλαγμένοι από τας επηρείας εν τε τη ξηρά και εν ταις θαλάσσαις. Επερχόμενοι δε εις τον Καμαμέ και εις τα λοιπά των προσκυνήματα να μη πληρώνουν ουδέν˙ όσοι δε εκ των Χριστιανών προσέρχονται εις τον Καμαμέ χάριν προσκυνήσεως να δίδει έκαστος αυτών εις τον Πατριάρχην εν δράμιν ασημίου και εν τρίτον του δραμίου. Πας λοιπόν πιστός και πάσα πιστή θέλει φυλάττει όσα επροστάξαμεν, ή βασιλεύς ήθελε είναι, ή κριτής, ή ηγεμών εξουσίαν έχων επί της γης, πλούσιος ή πένης από τους μωαμεθανούς πιστούς και πιστάς.» Ακολουθούν οι μαρτυρίες των παρισταμένων επισήμων Αράβων, που επικυρώνουν το έγγραφο και οδηγίες για την χρήση του.

Το παραπάνω έγγραφο εγγυόταν την ασφάλεια των Χριστιανών κατοίκων και προσκυνητών των Αγίων Τόπων και των προσκυνημάτων. Άλλα διατάγματα των μετέπειτα χαλίφων καθόριζαν λεπτομέρειες του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Το 813 μ.Χ. επί χαλιφείας του αλ-Μαμούν, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θωμάς ξεκίνησε εργασίες επισκευής του τρούλου. Την απαιτούμενη δαπάνη πλήρωσε κάποιος πλούσιος εξ Αιγύπτου με το όνομα Βοκάμ. Η αναγκαία ξυλεία μεταφέρθηκε από την Κύπρο και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 814. Στο μέσο του τρούλου ο Πατριάρχης ανήγειρε άλλο μικρό τρουλίσκο ύψους περίπου όσο το ανάστημα ενός ανθρώπου, ώστε να εμποδίσει τα όμβρια ύδατα να εισέρχονται. Κάποιος μωαμεθανός με το όνομα Οβεηδουλλάχ (το δευτερο συνθετικό Dawlah δείχνει ότι ήταν κάποιος επίσημος) έκανε αγωγή στον Πατριάρχη και τον κατηγορούσε για τις προσθήκες που έκανε και έτσι ξεπερνούσε ο Ναός της Αναστάσεως το τέμενος του Ομάρ. Κάλεσε τον Πατριάρχη και άλλους προκρίτους των Χριστιανών και τους έκλεισε στη φυλακή μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Τότε προσήλθε στον έγκλειστο Πατριάρχη Θωμά ένας μουσουλμάνος και του έδωσε οδηγίες για τον χειρισμό της υπεράσπισής του. Του πρότεινε δηλαδή, όταν θα εξετάζονται οι μάρτυρες να τους ρωτήσει για το προηγούμενο και το τωρινό ύψος του τρούλου. Πράγματι κατά την ακρόαση από τον Οβεηδουλλάχ ο Πατριάρχης ρώτησε τους μάρτυρες για το ύψος του τρούλου. Αυτοί επειδή δεν γνώριζαν έφυγαν ντροπιασμένοι. Ο Πατριάρχης και οι λοιποί ελευθερώθηκαν και ο μουσουλμάνος που τους βοήθησε, ανταμείφθηκε  πλουσιοπάροχα.

Οι σχέσεις των Χριστιανών της Ιερουσαλήμ και των μουσουλμάνων επικυρίαρχων ακολουθούσαν τις εξελίξεις των σχέσεων του Χαλιφάτου με την αυτοκρατορία. Έτσι το 969 μ.Χ. εξαγριωμένο πλήθος μωαμεθανών εισέβαλε στο Ναό της Αναστάσεως και τον εσύλησε, ως αντίποινα για την κατάληψη της Αντιόχειας από των στρατό του Νικηφόρου Β' Φωκά. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης ο Δ' βρήκε μαρτυρικό στην πυρά θάνατο.

Το 995 μ.Χ ανήλθε στον θρόνο της Αιγύπτου ο Χακέμ ιμπν Αμριλλάχ. Αυτός καταγόταν από μητέρα Χριστιανή. Η ιστορία τον θυμάται ως άστατο και αδίστακτο τύραννο. Η γνώμη του δεν παρέμενε σταθερή επί ζητήματος για πολύ καιρό και αυτό είχε επιπτώσεις στην  πολιτική του, ιδίως την θρησκευτική. Κατεδίωκε τους Χριστιανούς με περισσότερο φανατισμό από τους προκατόχους του, διότι δεν ήθελε να αφήσει ίχνος επήρειας από την εκ μητρός καταγωγή του. Το αποκορύφωμα του μίσους του εναντίον των Χριστιανών υπήρξε η καταστροφή του ναού της Αναστάσεως το 1010 μ.Χ. Φημολογείται ότι άνθρωπός του έριξε στο τζαμί της Ιερουσαλήμ το πτώμα ενός σκύλου κατά τη διάρκεια της νύχτας. Την επομένη οι μωαμεθανοί που ανακάλυψαν την βεβήλωση του τεμένους τους εξεμάνησαν εναντίον των Χριστιανών της πόλης. Τότε ο Χακέμ εξέδωσε διάταγμα για την καταστροφή του Ναού. Το εξαγριωμένο πλήθος κατευθύνθηκε στο ιερό προσκύνημα και το κατέστρεψε ολοσχερώς. Συγκέντρωσαν μετά ξύλα και πυρπόλησαν τα ερείπια. Μόνος ο Γολγοθάς έστεκε εις μαρτύριον της ιερότητας του τόπου. Σαν να μην έφθανε η καταστροφή, οι φανατισμένοι μουσουλμάνοι συνέλαβαν τον Πατριάρχη, εξόρυξαν τους οφθαλμούς του και τον έστειλαν σιδηροδέσμιο στο Κάϊρο.

Η δεύτερη αυτή καταστροφή του Ναού της Αναστάσεως προκάλεσε αλγεινή εντύπωση σε όλο τον χριστιανικό κόσμο. Σε μια από τις πολλές μεταστροφές της γνώμης του ο Χακέμ επέτρεψε την ανοικοδόμηση του, αλλά κανείς δεν ετόλμησε να πράξει κάτι, στην διάρκεια της τυραννίας του. Το 1028, μετά τον θάνατο του Χακέμ ανέβηκε στον θρόνο της Αιγύπτου ο γιος του Δαρέχ. Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Ρωμανός Γ' ο Αργυρός. Αυτός ήρθε σε συνεννόηση με το Δαρέχ, ο οποίος επέτρεψε την ανοικοδόμηση. Ο Ρωμανός προς επίτευξη του σκοπού αυτού, έστειλε χρήματα, υλικά και κτίστες, για να ξεκινήσουν το έργο. Οι διάδοχοί του Μιχαήλ ο Παφλαγών και Κωνσταντίνος Θ' Μονομάχος συνέχισαν τις εργασίες με τις προσφορές τους. Μετά την εκδίωξη του Δαρέχ από τον χαλίφη της Βαγδάτης Μουστάνζαρ, αντηλλάγησαν αντιπροσωπίες με την Κωνσταντινούπολη. Ένα από τα θέματα της «αντζέντας» ήταν η απελευθέρωση 5000 μουσουλμάνων, αιχμαλώτων των Ρωμαίων, οι οποίοι θα βοηθούσαν στην αποπεράτωση. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ' Μονομάχος συμφώνησε και πέντε χιλιάδες μωαμεθανοί έφθασαν στην Ιερουσαλήμ και συνέβαλαν στην ολοκλήρωση των εργασιών. Ο νέος Ναός  της Αναστάσεως ήταν έτοιμος το 1048 μ.Χ.  

 

 

Το 1099 μ.Χ. οι Σταυροφόροι έφθασαν μπροστά στα τείχη της Ιερουσαλήμ. Νέες προτάσεις για καταστροφή του Ναού από τους μουσουλμάνους απορρίφθηκαν την τελευταία στιγμή ως ατελέσφορες. Στις 16 Ιουλίου του ίδιου έτους η Ιερουσαλήμ πέρασε στα χέρια των Φράγκων και του αρχηγού τους Γεδεφρείδου. Η παρουσία τους εκεί διήρκεσε 88 έτη. Στα χρόνια αυτά οι Λατίνοι σεβάσθηκαν το οικοδόμημα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων και δεν επέφεραν αλλαγές ή τροποποιήσεις στην κατασκευή. Περιορίσθηκαν σε επισκευές επί Πατριαρχείας του Λατίνου Αλμέρικου, για τις οποίες συνεισέφερε και ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός.

Το 1187 μ.Χ. ο Σαλαντίν εξεδίωξε τους σταυροφόρους και έγινε κύριος της Ιερουσαλήμ. Μαζί με τους ιππότες έφυγαν και οι Λατίνοι κληρικοί από την Αγία Πόλη. Ο Σαλαντίν προέβη σε αντίποινα, μέρος των οποίων είχαν να κάνουν και με τον Ναό της Αναστάσεως. Σφράγισε όλες τις πύλες του Ναού, εκτός από μία, και έκλεισε τα παράθυρα του τρούλου του Καθολικού. Κατέβασε τον σταυρό που στόλιζε τον τρούλο και τον περιέφερε χλευαστικά στους δρόμους της πόλης. Οι ζημιές θα είχαν λάβει μεγαλύτερη διάσταση, εάν η Βυζαντινή διπλωματία, δεν απέδιδε. Ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Άγγελος εξευμένισε τον Κούρδο Σουλτάνο. Ο Σαλαντίν τότε εξέδωσε διάταγμα, δια του οποίου η κυριότητα του Ναού και των άλλων προσκυνημάτων επανερχόταν στους νόμιμους κατόχους τους, τους Ρωμηούς. Το διάταγμα χάραξε σε πλάκες και αυτές αναρτήθηκαν παραπλεύρως της πύλης. Το κείμενο του διατάγματος είχε ούτως: «Εγώ ο Σιλάχ εδ-διν Σουλτάνος της Αιγύπτου και των σαντζακίων αυτής, της Παλαιστίνης, της Ιερουσαλήμ, της Ναπλούς και της Δαμασκού και των παρεπομένων αυτή σαντζακίων, προστάσω, ίνα οι Καλόγηροι του βασιλικού έθνους των Ρωμαίων και οι Ιερείς αυτών και αι Καλόγραιαι, ομοίως και οι εις προσκύνησιν του ναού του Καμαμέ ερχόμενοι Γκιουρτζήδες και Κόπται και Χαμπέσιοι μη πληρώνωσιν μήτε χαράτζι, μήτε Καφάρι, μητε άλλο τι δόσιμον, αλλά να είναι ασίδοτοι. Έτι πρόστασσω ότι ο Πατριάρχης των Ρωμαίων, όπου έχει εδώ η Ιερουσαλήμ, να ορίζη όλα τα γένη των Ναζωραίων, όσοι δηλαδή έρχονται εδώ, Αρμένιοι, Κόπται, Συριάνοι, Ναστουρίδες (σ.σ. Νεστόριοι) και Φράγκοι και όσα άλλα έθνη είναι Ναζωραίοι. Τον Καμαμέ αυτός να τον ορίζη ˙ και εις τον λεγόμενον Τάφον του Ιησού αυτός να εμβαίνη και να λαμβάνη το φως από εκεί και να το δίδη εις όλους τους Ναζωραίους. Και ο Καμαμές να ήναι εις το εξής απείρακτος, και κανείς από τους μουσουλμάνους να μην τολμήση να τον κάμη τζαμί, και οι Ναζωραίοι να εμβαίνωσιν ακωλύτως εις αυτόν. Ούτω προστάσσω και κανείς από τους μουσουλμάνους να μην τολμήση να παραβή την προσταγή μου».

Έκτοτε και μέχρι το 1229 μ.Χ. κύριοι του Ναου παραμένουν οι Ορθόδοξοι. Το 1229 ο Κάιζερ των Γερμανών Φρειδερίκος Β' Μπαρμπαρόσσα εκστράτευσε στην Παλαιστίνη και έγινε κύριος της Ιεροσαλήμ. Επανήλθε, λοιπόν, ο λατινικός κλήρος και οι Ορθόδοξοι αποκλείστηκαν από τα δικαιώματά τους μέχρι το 1244. Στο διάστημα αυτό υπέφεραν τα πάνδεινα. Το 1244 ο Σουλτάνος της Αιγύπτου Σάλεχ Εγιούπ ανακατέλαβε τους Αγίους Τόπους και αποκατέστησε την κυριαρχία των Ορθοδόξων επί των προσκυνημάτων παραδίδοντας τα κλειδιά του Ναού της Αναστάσεως στον Ρωμηό Πατριάρχη. Το 1390 μ.Χ. κατόπιν συμφωνίας με τον αυτοκράτορα της Ρωμανίας Ιωάννη Καντακουζηνό ο Ναός επισκευάζεται.

Στα τέλη του 14 ου και αρχές του 15 ου αι. το μεγαλύτερο μέρος του Ισλάμ καταστρέφεται από τους Μογγόλους. Μοναδική ισχυρή δυναστεία παραμένει αυτή των Μαμελούκων της Αιγύπτου. Αυτοί, λόγω συμβίωσης με τους Κόπτες της Αιγύπτου, τους παραδίδουν προσκυνήματα, όπως ο ναος της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού. Επίσης τους δίδεται τόπος στα ΒΑ του νάρθηκα του Ναού για χρήση ως ενδιαίτημα. Αυτή η κίνηση άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου. Σταδιακά και άλλα τμήματα παραχωρούνται στους αιρετικούς. Έλαβαν το παρεκκλήσιο του διαμερισμού των ενδυμάτων του Χριστού και τόπο όπισθεν του Κουβουκλίου για να ιερουργούν. Επίσης δύο κάμαρες κάτω από τα κατηχούμενα. Οι Μαρωνίτες πήραν το παρεκκλήσιο της Μαστιγώσεως και το «Μη μου άπτου». Οι Αρμένιοι μέρος των Κατηχουμένων και τον τόπο επί του οποίου στεκόταν η Θεοτόκος με τον Ιωάννη. Μετά την άλωση της Πόλης και της επισυμβάσης έλλειψης πολιτικής προστασίας των Ορθοδόξων, οι αιρετικοί ξεθαρεύοντας απαίτησαν και τα κλειδιά του Ναού. Αυτό η κατάσταση κράτησε μέχρι το 1517 μ.Χ. , ημερομηνία κατά την οποία ο Οθωμανός Σουλτάνος εισήλθε στην Αγία Πόλη. Με την αλλαγή αυτή, ο Ορθόδοξος Πατριάρχης Δωρόθεος προσήλθε στον νέο κυρίαρχο, του παρουσίασε τα διατάγματα των προκατόχων του και ζήτησε την αποκατάσταση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Ο Σελήμ εξέδωσε χαττί σερίφ που είχε ως εξής: «... ο ουν Πατριάρχης των Ρωμαίων, ελθών μετά των λοιπών Καλογήρων και υποτελών, εξητήσατο ίνα τας εντός και εκτός της Ιερουσαλήμ κειμένας εκκλησίας και Μοναστήρια και Προσκυνήματα έχωσιν και πάλιν, καθώς και απαρχής, υπό την κυριότητά και χρήσιν των, κατά τον ιερόν Ακτναμέν του Ομέρ και κατά τους Ορισμούς των πρπαρελθόντων Βασιλέων. Επρόσταξα γουν και εγώ με τον παρόντα μου Ορισμόν ίνα εξουσιάζει το αντίκρυ της Πύλης του Καμαμέ κατά μεσημβρίαν κείμενον μουγτεσέλ (την Αγίαν Αποκαθήλωσιν) με τα αρχαία δύο μανουάλια και τας κανδήλας, τα άνω και κάτω των τεσσάρων καμαρών των κειμένων επί του τόπου του λεγομένου Γολγοθά, του τη Πατριαρχεία υποκειμένου, τα άνω και κάτω των επτά καμαρών των κειμένων επί του τόπου του λεγομένου της Δεσποίνης Μαρίας, το μέσον της Μεγάλης Εκκλησίας (το σημερινό Καθολικό), τον Τάφον και τον κουμπέν με όλα τα Προσκυνήματα, τας εκτός του Καμαμέ εν τη αυλή κειμένας τρεις Εκκλησίας, την αντίκρυ τούτων εκκλησία του Αγίου Ιωάννου, την εν τοις Πατριαρχείοις εκκλησίαν της Ελένης λεγομένην, και την Αγίαν Θέκλαν, την Σεϊδανάγιαν, το Μοναστήριον του Αγίου Ευθυμίου, της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Μιχαήλ του Αρχαγγέλου, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου μετά του κήπου, του Αγίου Βασιλείου, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Δημητρίου, της Δεσποίνης Μαρίας, έτερον Μοναστήριον του Αγίου Ιωάννου, και ετέραν εκκλησίαν του αυτού, τον Άγιον Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου των Γκιουρτζήδων, το Μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου, το εκτός Ιερουσαλήμ μνημείον της Δεσποίνης Μαριάμ, την Αγίαν Σιών, την φυλακήν του Ιησού, το οσπήτιον του Άννα, τα εις τον Κάμπον μνημεία, το Μοναστήριον του Σταυρού των Γκιουρτζήδων, το του Αγίου Συμεών (σημερινό Καταμόνας), το του Αγίου Ηλιού με τους ελαιώνας και αμπελώνας, το του Αγίου Σάββα, το του Αγίου Γεωργίου το εν τη κώμη Πεϊτουζάλλα κείμενον, το εν Βηθλεέμ σπήλαιον της γεννήσεως του Ιησού, και τα κλειδιά των δύο θυρών των προς άρκτον και μεσημβρίαν και τα πέριξ δύο κομμάτια των κήπων, και τον ελαιώνα και τα μνημεά των, κι τα εις τα λοιπά χωρία όντα Μοναστήρια και εκκλησίας των, και τους τω Πατριάρχη υποκειμένους Γκιουρτζήδες, Χαμπεσίους και Σέρβους, και όλα τα αφιερώματά των, και τους Μητροπολίτας και Καλογήρους και ίνα παρλαμβάνη τα κατάλοιπα των αποθανόντων Μητροπολιτών και Επισκόπων και καλογήρων, και ίνα εις την πόρταν της Ιερουσαλήμ, και εις το Ζεμζεμ σουγιού λεγόμενον νερόν, και εις το Αράπ καφαρί, και εις τας σκάλας μη πληρώνη κουμέρκια, και μπάτζι, μήτε όταν κάμωσι κέσφια, και ίνα ώσιν ελεύθεροι διόλου από όλα τα βίαια δοσίματα, και ίνα μην ενοχλώνται από κανένα άλλο έθνος κατά τον παρόντα μου ιερόν Ορισμόν, αλλά από πασών των φυλών ο Πατριάρχης των Ρωμαίων να πρωτεύη. Κατά τον Ακτιναμέν λοιπόν του Ομέρ Χαττέπ, και κατά τους Ορισμούς των παρελθόντων Βασιλέων, ούτω δέδωκα καγώ και με τον παρόντα μου ιερόν Ορισμός επρόσταξα ίνα γίνηται η ενέργεια ον τρόπν είρηται. Εάν δε μετά την σήμερον ή οι βασιλεύοντες, ή οι υπέρτιμοι Βεζυράδες, ή οι Ουλεμάδες, ή Σουλεχάδες, ή Καδήδες, ή Βοεμβάδες, ή Πεϊτουλμάλιδες και Κασέμιδες, ή Σουπασάδες, ή Ζαΐμιδες και τιμάρ σαχαπίδες, ή Μουτεφερρικάδες και Τζαουσάδες, ή Σιπαχήδες και Γενίτσαρι, ή οι λοιποί απλώς υπηρέται και δούλοι της αυλής μου θελήσωσι να αντρέψωσι τον παρόντα ορισμόν οι τοιούτοι, όποιοι και αν ώσιν, έστωσαν υπεύθυνοι εις την οργήν και τα κολαστήρια του Υψίστου Θεού Εώντες δε εις χείρας των τον Ιερόν μου Ορισμόν να δείξωσιν ευπείθειαν».

Στα τρία χρόνια ανεφύη ζήτημα μεταξύ των ετεροδόξων και του Πατριαρχείου για την κατοχή των κλειδιών. Ο Σελήμ είχε πεθάνει και την εξουσία είχε ο γιος του Σουλεϊμάν. Αυτός αποφάσισε, όπως τα κλειδιά κατέχουν οι Μουσουλμάνοι φύλακες του Ναού, κάτι που ισχύει μέχρι σήμερα. Το 1537 μ.Χ. έγινε ειρήνη μεταξύ Ευρωπαίων και Οθωμανών. Με την ευκαιρία αυτή κατέφθασαν μερικοί Φραγκισκανοί. Αυτοί είχαν εξαγοράσει τους Μαρωνίτες που έφθιναν. Σταδιακά τους εκλατίνισαν και κατέλαβαν τα μέρη τους. Έτσι διείσδυσαν οι Φράγκοι σε μερικά προσκυνήματα. Έκτοτε δημιουργούσαν προσκόμματα και καταστάσεις στους Αγίους Τόπους προσπαθόντας, άλλοτε με δόλο και άλλοτε με «άσπρα»  να καταλάβουν ότι μπορούσαν. Επί μακρόν ματαίωναν με τις προσπάθειές τους τις αναγκαίες επισκευές του Ναού. Τελικά το 1720, επί Πατριαρχείας του Χρύσανθου και μετά από πολλές διαβουλεύσεις, συναποφασίσθηκε να επισκευασθεί ο Ναός. Κάθε έθνος θα επισκεύαζε ιδίοις αναλώμασι τους οικείους τόπους, εκτός του Κουβουκλίου. Αυτό αφέθηκε ως είχε.

Νέα καταστροφή συνέβη το 1808. Κάποιος Αρμένιος κανδηλανάπτης, μεθυσμένος καθώς ήταν, κόλλησε αναμένα κεριά στο τέμπλο του αρμένικου παρεκκλησίου, αντί να τα βάλει στα μπρούτζινα κηροπήγια. Στην συνέχεια αποκοιμήθηκε. Σύντομα το τέμπλο άρπαξε φωτιά, την οποία πρώτοι αντιλήφθηκαν οι γείτονες Φραγκισκανοί. Αυτοί ξύπνησαν τους Αγιοταφίτες και μαζί προσπάθησαν να την σβήσουν. Η φωτιά εξαπλώθηκε στον Γυναικωνίτη και από κει στον τρούλλο. Παρά τις σύντονες προσπάθειες Ρωμηών, Φράγκων, Αρμενίων, Κοπτών και Σύρων η κατάσβεση της πυρκαγιάς δεν κατέστη εφικτή. Από την βιβλική αυτή καταστροφή σώθηκε μόνο ο Τάφος του Κυρίου. Ούτε οι κανδήλες του δεν έσβησαν από τον καπνό, ούτε οι ξύλινες θύρες του Κουβουκλίου δεν πειράχθηκαν. Αυτές, ως μάρτυρες του θαύματος, μεταφέρθηκαν κατά την ανακαίνιση στο Συνοδικό της Αγιοταφικής αδελφότητας. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Πολύκαρπος ενδιέτριβε τον καιρό εκείνο στην Κωνσταντινούπολη. Μόλις του ανήγγειλαν την είδηση της καταστροφής του Ναού εστράφη στον Οικουμενικό Πατριάρχη Καλλίνικου για βοήθεια, ο οποίος ανέλαβε τον αγώνα της ανέγερσης νέου περικαλλούς οικοδομήματος. Αμέσως εκδόθηκαν συνοδικές επιστολές και εγκύκλιοι προς όλους τους Αρχιερείς του Θρόνου. Επίσης συντάχθηκε αναφορά προς τον Σουλτάνο Μαχμούτ για την έκδοση της σχετικής απόφασης- άδειας. Μετά την έκδοσή της προσήλθε και ο βασιλικός Αρχιτέκτων Κομνηνός ο Μιτυληναίος αυτόκλητα και ανέλαβε τις εργασίες, που ξεκίνησαν την άνοιξη του 1809. Παρά τις δυσκολίες που προέβαλαν ετερόδοξοι και αλλόθρησκοι ο Ναός ανακαινίσθηκε και οι εργασίες περατώθηκαν. Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν την 13 η Σεπτεμβρίου του 1810 μ.Χ. Μέρος των εργασιών ματαιώθηκε εξαιτίας ενεργειών της γαλλικής κυβέρνησης. Τα μέρη που ανήκαν στους αιρετικούς αποδόθηκαν ανακαινισθέντα από τους Ορθοδόξους. Παρόλα αυτά η επόμενη εικοσαετία πέρασε με έριδες και διαφωνίες ιδιοκτησιακής φύσεως. Το 1834 μ.Χ. ανοίχθηκαν τα παράθυρα του τρούλου που παρέμεναν σφραγισμένα από την εποχή του Σαλαντίν. Τότε επικυρίαρχος ήταν ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ Πασάς, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της αποπνικτικής κατάστασης που δημιουργήθηκε το Μ. Σάββατο με τον θάνατο από ασφυξία πλήθους προσκυνητών.  

 

 

Νέες επισκευές έχρηζε το οικοδόμημα στα μέσα το 1842. Τότε οι ημέτεροι κατόρθωσαν και πήραν την άδεια από τον Σουλτάνο Αβδούλ Μετζήτ. Το σχετικό διάταγμα τελικά παρέμεινε κενό γράμμα διότι για άλλη μια φορά η γαλλική κυβέρνηση κατάφερε να το ματαιώσει. Με το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου, Ρωσία, Γαλλία και Τουρκία αποφάσισαν την από κοινού επισκευή του Ναού, χωρίς αλλαγή του ιδιοκτησιακού status quo. Οι εργασίες ξεκίνησαν στις 2 Ιανουαρίου του 1867 και κράτησαν δύο έτη.

Αυτό είναι το ιστορικό του Ναού της Αναστάσεως μέχρι τον ΙΘ' σε γενικές γραμμές