Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

   

Όταν δε πάλιν οι μοναχοί επέστρεψαν και έφτασε η νύχτα του Μυστικού  Δείπνου, έκαμε όσα τον διάταξε και αφού έβαλε σ' ένα μικρό ποτήρι το  Άχραντο Σώμα και Αίμα του Χριστού, του Θεού μας, αναχώρησε πολύ πρωί,  φέροντας μαζί του και μικρό καλάθι από φοίνικα και φακές βρεγμένες. Όταν  δε έφτασε στον Ιορδάνη κάθησε στο χείλος του και περίμενε να έλθει η  Οσία. Επειδή όμως καθυστερούσε να Έλθει η ιερή γυναίκα, ο Ζωσιμάς  παρέμεινε άγρυπνος, βλέποντας προσεχτικά την έρημο και περιμένοντας να  τη δει. Έλεγε δε από μέσα του ο Γέροντας καθισμένος: «Μήπως συνέβηκε  τίποτε και την εμπόδισε να έλθει; Μήπως ήλθε και επειδή δεν με βρήκε  επέστρεψε;» 

Αφού  είπε αυτά και δάκρυσε και αναστέναξε κα αφού σήκωσε τα μάτια του στον  ουρανό, παρακάλεσε τον Θεό, λέγοντας: «Δέσποτα και πάλι επέτρεψε να δω  εκείνο που πεθυμούσα κι' έτσι να μη φύγω άπρακτος, ελεγχόμενος από τις  αμαρτίες μου». Ενώ όμως προσευχόταν και έλεγε αυτά κλαίοντας, παρέπεσε  σ' άλλο λογισμό, λέγοντας από μέσα του: «Όταν έλθει, πως θα περάσει τον  Ιορδάνη και να έλθει κοντά μου, αφού δεν υπάρχει πλοίο; Αλοίμονο τότε σε  μένα τον ανάξιο και ελεεινό, που θα στερηθώ τέτοιου καλού, να λάβω την  ευχήν της Οσίας».